Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΥΤΟΒΙΟΓΡΑΦΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΥΤΟΒΙΟΓΡΑΦΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 21 Ιουνίου 2015

Καλό καλοκαίρι

Πάντα ορίζαμε το καλό και το κακό ανάλογα με τις προσωπικές μας πεποιθήσεις που γεννιόντουσαν και παίρνανε μορφή ανάλογα με τα βιώματα μας, που συνήθως όντας σκληρά, έκαναν οτιδήποτε να μοιάζει ανούσιο και περαστικό. Τόσο περαστικό που μία ανάσα σου συνήθως διαρκούσε παραπάνω.
Θυμάμαι την ημέρα που έκλειναν τα σχολεία. Διοργανώναμε πάντα γιορτή η οποία έκλεινε με μπουγελώματα κι έπειτα από αυτό ήμουν πάντα με πυρετό. Δε με πείραζε όμως αυτό. Με πείραζε που έκλειναν τα σχολεία και έχανα τους φίλους μου. Γιατί εγώ φίλους είχα μόνο στο σχολείο. Στα διαλείμματα, αν είχα λεφτά ή κάποια συμβουλή να τους δώσω. Αλλιώς ήμουν μόνη. Παρατηρούσα τα πουλιά και τα λουλούδια κι αναρωτιόμουν διάφορα γύρω από τη ζωή και τη συμπεριφορά της. Κι αναρωτιόμουν αν αξίζει η αναπηρία να αμείβεται με μοναξιά. Αν η σοφία είναι το σωστό δώρο για ένα παιδί που το μόνο που αναζητά είναι το παιχνίδι με τους συνομίληκους του. Αν η τύχη δεν είναι όντως τύχη, αλλά καταδίκη παλαιότερων κακουργημάτων.
Δεν έβρισκα ποτέ απάντηση. Πάντοτε με πλησιαζε κάποια γιαγιά ή κάποιος παππούς, μου αγόραζε καραμέλες ή παγωτό και μου έλεγαν πως ο Θεός έχει για όλους. Εγώ περίμενα. Περίμενα να δω πότε θα είναι η σειρά μου να λάβω αυτά που έχει να μου δώσει. Αργότερα κατάλαβα πως τα παίρνω αυτόματα, ασχέτως αν δεν τα κατανοώ τη στιγμή που τα λαμβάνω, γιατί δεν έχω την κατάλληλη γνώση. Κατά βάθος τον ευχαριστώ, αν και με εκνευρίζει πολύ ο τρόπος που μου τα δίνει.
Και πήρα πολλά. Κατάφερα να αυξήσω την υπομονή μου, να μικραίνω την υπόσταση του πόνου, να αυξάνω τη σωματική - αλλά κυριως... την ψυχική μου δύναμη, να ακούω τον εαυτό μου, να ονειρεύομαι, να ακούω τον κόσμο, να τους παρατηρώ πώς περπατάνε, πώς μιλάνε, πώς σκέφτονται. Να βλέπω την αξία της κάθε μέρας. Ακόμη κι όταν ζεις μέσα σε μια κατάσταση που ονομάζεις ρουτίνα, καμία μέρα δεν έχει δίδυμη αδερφή. Χωριστές παραστάσεις σε χωριστές χρονικές στιγμές όλα που κάτι έχουν να σου πουν και καλείσαι να μάθεις τη γλώσσα επικοινωνίας τους.
Όταν μεγαλώνεις σαν μοναχοπαίδι, δεν έχεις και πολλές επιλογές. Είτε θα βρεις φίλους για να γλιτώσεις την σκέψη και να ενσωματωθείς σε κάτι άλλο είτε θα μείνεις με τις σκέψεις και τα ερωτήματα. Κι εγώ άνηκα πάντα στη δεύτερη κατηγορία, γιατί κανένας δεν ήθελε να περάσει τις διακοπές του με κάποιον που διαφέρει κι έχει κινητικά προβλήματα. Δεν ήμουν της μόδας τότε.
Ένα από τα αγαπημένα μου χόμπυ ήταν να συλλέγω σκέψεις ανθρώπων και να φτιάχνω κολλάζ με τις απαντήσεις τους σε ένα τετράδιο το οποίο περιείχε κάθε λογίς ερώτηση, κάτι σαν λεύκωμα. Όταν το τελείωνα, έβγαινα στο μπαλκόνι και περίμενα κάποιον να περάσει. Να τον κεράσω ένα παγωτό με αντάλλαγμα την παρέα του, έτσι... Για καλό καλοκαίρι.

Χρόνια πολλά μπαμπά

Οποτε κι αν ακούω την λέξη ''μπαμπάς'', θυμάμαι εκείνο το θεσπέσιο γλυκό με το σιροπάκι και τα κερασάκια στην κορυφή. Ισως γιατί εκείνο το λάτρευα πάντοτε περισσότερο από τον πατέρα μου που κατά βάθος φοβόμουν για τα ξεσπάσματα θυμού τα οποία είχε. Και ήταν συχνά αυτά.
Δε φοβόμουν μην με χτυπήσει.  Εξάλλου, συνήθως, ξεσπούσε στη μητέρα μου. Δε του άρεσε ποτέ να την βλέπει να φοράει όμορφα και φωτεινά ρούχα ή κοντά που να την κολλακεύουν, γιατί κατά βάθος και κατά την επιφάνεια, τη ζήλευε. Τη ζήλευε που ήταν νέα, δυναμική και πετυχημένη, σε αντίθεση με αυτόν που έκανε πάντα ό,τι του έλεγε η γιαγιά να κάνει.  Φοβόμουν τις εικόνες που έβλεπα μετά, την ώρα του ύπνου και με κυνηγούσαν μέχρι τελικά να πέσω στο λήθαργο μου. Ηταν σαν να βλέπω ένα τρέιλερ από θρίλερ που οι φωνές θεριεύουν και σπάνε την παιδικότητα της ψυχής σου. Αυτό ήταν το χειρότερο για μένα. Ένιωσα πως πρέπει να γίνω ανεξάρτητη πολύ πιο γρήγορα από τους άλλους, να καταφέρω να προστατεύσω εμένα και τη μαμά μου, να γίνω καλά και να ζήσουμε κάπου αλλού ευτυχισμένες. Το αξίζαμε, αλλά δεν μπορούσαμε να το εισπράξουμε για πολλά χρόνια.
Το μόνο θηλυκό πρόσωπο που είχε τα βραβεία και την προσοχή στο σπίτι, ήταν η γιαγιά μου. Εγώ ήμουν πάντα το ανάπηρο πλάσμα που τους φέρνει περισσότερα έξοδα και άχρηστο καθ'ότι βγήκα και κορίτσι και χρειάζεται να μου δώσουν και προίκα και η μαμά μου η αιτία που γεννήθηκα και προστέθηκαν προβλήματα στο κεφάλι τους και κυρίως στα οικονομικά που δεν ήθελαν να χάνουν.
Όταν πια χώρισαν, όλος ο κόσμος μας απομόνωσε. Σαν να είμασταν οι κακιές μάγισσες που είχαν την πρόθεση να κάνουν βουντού σε όλους για να πεθάνουν από πανούκλα στο συνεχές μέλλον. Γυρνούσαν τα κεφάλια τους από την άλλη σα να μη μας βλέπουν ή ακόμη κι αν μας έβλεπαν, προτιμούσα να μη μας βλέπουν γιατί πετούσαν χλέπες και βρίσιες, λες κι είχαν απέναντι τους κάποιον εγκληματία. Τώρα που το σκέφτομαι, στον εγκληματία μπορεί να έκαναν και το τραπέζι. Ολοι ήξεραν τι περνάμε και κανένας δε μιλούσε. Είχαν μπροστά την καραμέλα του γάμου και πως κάθε γάμος έχει προβλήματα, οπότε δεν χρειάζεται και να ασχοληθείς περαιτέρω. Τους θεωρούσα και τους θεωρώ συνεργούς όταν βλέπουν κάτι να συμβαίνει και δεν μιλάνε. Τότε. Οταν υπάρχει βία.
Βρήκαμε ένα σπιτάκι με πολύ κόπο. Έξω από την πόλη. Μας το είχε δώσει μια κυρία που δεν είχε παιδιά και ζούσε με δυο σκυλάκια. Δεν είμαι σίγουρη αν πληρώναμε ενοίκια τότε. Θυμάμαι όμως που η μαμά μου δούλευε συνέχεια και ήταν από δουλειά σε δουλειά, γιατί όποτε έπαιρνε τηλέφωνο τους συγγενείς μας για βοήθεια, της το έκλειναν στα μούτρα για να την τιμωρήσουν που χώρισε, έφυγε και άφησε τον άντρα της και έκανε τον κόσμο να μιλάνε και να σκορπά σχόλια.
Σιγά σιγά στηθήκαμε μόνες μας. Καταφέραμε να μετακομίσουμε αλλού και να είμαστε ανεξάρτητες. Το σημαντικότερο για μένα ήταν ότι μπορούσα να κοιμάμαι με το χαμόγελο στα χείλη κι όχι να φοβάμαι μήπως δω ξανά τους εφιάλτες να με κυνηγούν. Το τελευταίο διάστημα, έβλεπα τον εαυτό μου να κάθεται και να παίζει με τα κουζινικά με άλλα παιδάκια και ξαφνικά μια ηλεκτρική σκούπα έπαιρνε την φωνή του μπαμπά, άναβε και μας ρουφούσε όλους μέσα χωρίς να μας ρωτήσει κάτι.
Έκανα χρόνια να μιλήσω στον πατέρα μου. Κι αυτό γιατί δεν ένιωθα την ανάγκη να του μιλήσω. Προτιμούσα να είμαι ορφανή ή τέλος πάντων να μην γνωρίζω την ύπαρξη του. Αργότερα, ξανά μιλήσαμε (τον λόγο θα τον αναλύσω σε άλλο ποστ), αλλά και πάλι δε μπόρεσα ποτέ να νιώσω πως τα κενά που έχει δημιουργήσει με τη στάση του μπορώ να τα καλύψω και να νιώσω καλά μαζί του.
Για μένα πατέρας και μάλιστα μπαμπάς, θεωρείται ο πατριός μου. Φυσικά δεν με άφησε ποτέ να τον αποκαλέσω πατέρα ή μπαμπά, γιατί σεβόταν πως δεν φύτρωσα κι αφού με αναγνώρισε, ανήκω κάπου αλλού. Ωστόσο, για μένα θα είναι για πάντα φίλος, πατέρας και πρότυπο. Γιατί ενώ δεν είχε παιδιά, με αγκάλιασε σα να ήμουν δικό του. Γιατί, ακόμη κι όταν δεν είχε λεφτά, μου έδινε τα λιγοστά για να μου κάνει τα χατήρια. Γιατί ακόμη και όταν ήταν κουρασμένος, βγαίναμε έξω για να πάρω τον αέρα μου. Γιατί ανέλαβε τους γιατρούς μου και ήταν εκεί όταν αρρώσταινα. Οταν πήρα τα πτυχία μου. Όταν ήμουν στεναχωρημένη, όταν ήθελα να μιλήσω. Ακόμη κι όταν αποζητούσα τη σιωπή. Για μένα αυτός είναι ο πατέρας μου και θα είναι για πάντα. Τα χαρτιά είναι για τη γραφειοκρατεία και όχι για τις καρδιές μας. Και του αξίζουν συγχαρητήρια. Ελάχιστοι άνθρωποι είναι σαν αυτόν και ακόμα πιο λίγοι θα θελήσουν να τον πάρουν ως παράδειγμα για να του μοιάσουν. Η ζωή δεν είναι εύκολη και δεν ήταν ποτέ για να γίνει τώρα. Χρόνια πολλά, λοιπόν, με υγεία για όλους μας.

Τετάρτη 20 Αυγούστου 2014

Λία. Από το Συναυλία.

Η πρώτη συναυλία που πήγα στην ζωή μου ήταν όταν ήμουν δωδεκάμισι χρονών και αυτό κατά τύχη. Η γιαγιά μου είχε την συνήθεια να επισκεπτόμαστε συγγενείς στα μέσα του καλοκαιριού και να περνάμε τις ώρες μας μαζί τους πίνοντας κρύο τσάι και μιλώντας για σεμεδάκια και νέα μοντέλα κατσαρολικών και λοιπών κουζινικών σκευών, κάτι που εμένα σχεδόν ποτέ δε με άγγιζε. Μου άρεσε όμως ο αέρας στο μπαλκόνι έκανε τα μαλλιά μου να μοιάζουν σαν χορεύτριες σε γνωστή σχολή μπαλέτου κι έτσι ξέφευγα στην ιδέα πως είμαι υγιής και μπορώ και τρέχω δεξιά και αριστερά σε θάλασσες και λιβάδια... Και πάντοτε γελούσα γιατί έβαζα στο νου μου πως έρχεται κάποιο δελφίνι έπειτα από αυτό ή αχινός και το πατάει κάποιος. Ανέμελα παιδικά χρόνια που δεν ξεχώριζαν και πολύ από ένα φυσιολογικό παιδί. Ούτως ή άλλως και κεινα, λίγο πολύ, μαντρωμένα τα είχαν για να μην  κολλάει ψείρες το ένα από το άλλο και κάθονται οι γριες μέχρις αργά το βράδυ να βγάζουν τα μάτια τους για να τα καθαρίζουν και να πλένουν με μανία τα σεντόνια για απολύμανση.
Την ιδέα για την συναυλία την είχε μία γριούλα που μας τάιζε σύκα και λικέρ κάθε τόσο με τον Τασούλη όταν κρυβόμασταν κάτω από την σκάλα για να παίξουμε λίγο ακόμη με το ηλεκτρονικό παιχνίδι που είχαν αγοράσει οι νονοί στην Ελενίτσα δώρο για την γιορτή της. Μην φανταστείς πως ήξερε ποιος τραγουδιστής θα παρευρίσκεται ή  τι είδους τραγούδια θα ερμηνευτούν. Απλώς ήξερε πως θα έχει καρέκλες για να κάτσουμε και λαχταριστά κεράσματα. Δεν έλεγε ποτέ όχι σε γλυκά και ποτά. Το θεωρούσε προσβολή να αρνηθείς, αλλά τα έψαχνε και από μόνη της.
Όταν πρωτοαντίκρισα το χώρο, μου θύμισε αυτά τα μίνι πανηγυράκια που γίνονται όταν κάνουν την γιορτή κερασιού και μαζεύεται ο κόσμος για να πάρει ένα κουπάκι να δοκιμάσει το προϊόν και έπειτα να αγοράσει ή να λάβει δωρεάν συσκευασίες ή βάζα για το σπίτι του. Μπορώ να πω πως ήμουν έτοιμη να γελάσω δυνατά και να τους ζητήσω να φύγουμε ή τέλος πάντων να κάτσω κάπου παράμερα. Όμως όταν είδα ότι άρχισαν να συναντούν γνωστά άτομα εκεί μέσα, ντράπηκα κι άφησα το χέρι της γιαγιάς μου σβέλτα θέλοντας να προλάβω να εξερευνήσω το χώρο πριν αρχίσει η συναυλία και χάσει η μάνα το παιδί και το παιδί την μάνα και δεν μπορέσω να βρω το ησυχαστήριο μου μέχρι να περάσουν οι ώρες και να τελειώσει όλο αυτό. Στην αρχή πέρασα ανάμεσα από οχτώ σειρές ατελείωτες πλαστικές καρέκλες που πάνω τους είχαν κοτσαρισμένο σαν κονκάρδα από έναν παππού ή μια γιαγιά που προσπαθούσαν να φάνε με αγωνία λίγο ψητό καλαμπόκι από αυτό που πουλούσε μια κοπελίτσα γύρω στα 20 μπροστά στην είσοδο. Όμως λίγο πιο πέρα βρήκα κάτι πολύ ενδιαφέρον. Ηταν ένα παλικάρι, ψηλό το οποίο ασχολιόταν με ένα μηχάνημα που είχε πάνω του πολλά, πολύχρωμα κουμπάκια και ρύθμιζε τον ήχο. Ήθελα πάρα πολύ να του μιλήσω και να ρωτήσω τόσα πολλά πράγματα γύρω από αυτό το μηχάνημα. Είχα ξαναδει άλλη μια φορά στην ζωή μου, όταν είχε έρθει ο κύριος Τάκης να πάρει τον μπαμπά για μια συναυλία και είχα πάει μαζί, αλλά όσες φορές κι αν ρωτούσα το παραμικρό... όλοι γελούσαν και μου χαϊδεύαν το κεφάλι σαν να είμαι κανένα τζακ ρουσέλ που έκανε κολπάκια εν ώρα χαλάρωσης του αφεντικού του.
Μόλις άρχισε η συναυλία και είχε ήδη φανεί να  χαλαρώνει το σενάριο του ψήνω καλαμπόκι- τρως το καλαμπόκι, πλησίασα αυτό το ψηλό παιδί. Στεκόμουν ακριβώς από πίσω του κι ένιωθα την καρδιά μου να θέλει να σπάσει από ντροπή και αγωνία. Τελικά, ένιωσα το δάχτυλο μου να σφινώνεται διστακτικά στην μέση του και να τον χτυπάει σαν τα κουδούνια στα θυροτηλέφωνα. Αυτός γύρισε σχεδόν στο δευτερόλεπτο ξαφνιασμένος, αλλά μόλις με είδε, χαμόγελασε ευγενικά και πριν προλάβει να αρθρώσει λέξη ένιωθα την γλώσσα μου να πηγαίνει ροδάνι και να ρωτάει για αυτό το μηχάνημα που τόσο πολύ με είχε ενθουσιάσει. ''Αυτό εδώ το μηχάνημα ονομάζεται κονσόλα. Είναι το μαγικό ραβδί που μετατρέπει το κάθε ατάλαντο ον, σε επιτυχημένο έλληνα καλλιτέχνη και δώστου τα παιδάκια για αυτόγραφα''. Είχα αρχίσει ήδη να τον συμπαθώ.
Λίγο πιο πέρα, δύο τραγουδίστριες. Απολάμβαναν το τσιγάρο τους και χτυπούσαν ρυθμικά τα πόδια τους στο γρασίδι, σχηματίζοντας γραμμές με το τακούνι σε σημεία.
Σε κάποια στιγμή, ένιωσα το χέρι του παιδιού να με τραβάει και να με ρωτάει για την ηλικία μου, τα όνειρα μου, τα χόμπι μου και κάπως έτσι πιάσαμε κουβέντα μέχρι την ώρα που έφυγα. Ήταν ένα αξιόλογο πλάσμα που με έκανε να γελώ και να κατανοώ όρους που κανένας από το οικογενειακό μου περιβάλλον δεν ξόδεψε χρόνο να μου εξηγήσει ως τότε. Μου έδωσε μάλιστα και μια κάρτα από το στούντιο που δούλευε, καλώντας με να περάσω όποια στιγμή ήθελα να τον δω κι εκεί ή τέλος πάντων να κρατήσουμε επαφή μιας και το όνειρο μου τότε ήταν να γίνω μεγάλη στιχουργός και να δουλέψω στο εξωτερικό. Το δέχτηκα με τεράστια χαρά και μπορώ να πω με βεβαιότητα πως και όταν πια είχα φύγει από την συναυλία, έκανα δυο μέρες να κοιμηθώ σωστά από την χαρά που ένιωθα μέσα μου.  

Παρασκευή 24 Ιανουαρίου 2014

Είμαι ότι είσαι

Aυτές τις μέρες επισκέφτηκα το χωριό μου. Είχα πολύ καιρό να πάω. Μύριζε αναμνήσεις, καλοκαρδοσύνη, οικειότητα, καλομαγειρεμένα φαγητά και αγάπη. Από αυτήν την φτωχική, αλλά απλόχερα δοσμένη μέσα σε μια καλημέρα, σε ένα διάχυτο χαμόγελο, σε μια εγκάρδια χειραψία.
Περπάτησα στα δρομάκια, με ένα μπουφάν ριγμένο επάνω μου και με μια φωτογραφική μηχανή στο χέρι, η οποία ήθελα να είναι η προέκταση του ματιού μου για να μην χάσω ούτε ένα πόντο από αυτήν την παραδεισένια ομορφιά που μόνο γαλήνη μπορούσε να με γεμίσει.
Ο αέρας χάϊδευε απαλά τα φύλλα των δέντρων που σούρνονταν λες και ήθελαν να κρύψουν τις νεράιδες που είχαν στα σπλάχνα τους, να τις αφήσουν να ξεκουράσουν τα κορμιά τους ώστε να μπορέσουν να παραδοθούν στον αιθέριο χορό τους άπαξ και νυχτώσει για τα καλά.
Ο ήλιος ελάχιστος, αλλά γλυκός, ήταν εκεί για να φωτίζει τα βήματα των περαστικών που μάζευαν καταμετρώντας τα άλογα, τα κατσικάκια και τις κοτούλες τους στην στάνη και τα κοτέτσια, μοιράζοντας τους δροσερό νερό και άφθονη, διαλεγμένη τροφή για να τα ευχαριστήσουν για όσα τους προσφέρουν καθημερινά, χωρίς να ζητούν ανταλλάγματα.
Λίγο παρακάτω τα παγκάκια, κατεστραμένα από το χρόνο, χωρίς να χάνουν τον αγέρωχο εαυτό τους, κρατούν ακόμη επάνω τους χαραγμένα τα ονόματα μας, προσμένοντας την επιστροφή την δική μας, αλλά και των πάμπολων αναμνήσεων μας από τις παιδικές στιγμές.
Μια φωνή που δεν σβήνει ποτέ και χαχανίζει στα κρυφά κάπου μέσα στον ενήλικο εαυτό που με κόπο και δόλο αποκτήσαμε  δοκιμάζοντας την χαρισμένη φορεσιά της κοινωνίας και εναλλάσεται μέσα από αντικαθρεφτίσματα μικρών παιδιών που παίζουν στις αλάνες ξέγνοιαστα, τρέχοντας στις κουνιές, με ένα ποδήλατο ή με μια μπάλα στο χέρι, κοιτούν τον ουρανό κατάματα και ονειρεύονται το μέλλον μέσα από τις παρομοιώσεις των συννέφων και των αντανακλάσεων...
<< Όταν μεγαλώσω θέλω να γίνω... >> το παράδειγμα προς όλους τους μεγάλους που προσπαθούν να μας αλλάξουν και δήθεν να μας συνετίσουν σε ένα κόσμο άδικο και ξεφτυλισμένο, με διέκοψε με σταθερή φωνή ένα οχτάχρονο παιδάκι με ξανθά μαλλάκια, καταγάλανα μάτια που μέχρι και ο ουρανός θα ζήλευε, ορφανό από γονείς εδώ και ένα χρόνο και εγκατελειμένο από τις παρέες του υπόλοιπου χωριού.
Μου κέντρισε το ενδιαφέρον. Ήθελα να μάθω τόσα για αυτό το πλάσμα. Την καθημερινότητα του, τον τρόπο σκέψης του, τα αγαπημένα του μέρη. Του ζήτησα να περάσουμε μια μέρα μαζί και όλοι με αγριοκοίταξαν λες και ήθελα να σκοτώσω κάποιο από τα ζωντανά τους ή να τους κλέψω τα περιουσιακά στοιχεία τους. "Αυτό είναι κακομαθημένο", μου είπαν "Από τότε που έχασε τους γονείς τους βγάζει επιθετικότητα σε όλα τα παιδάκια, φτύνει το φαγητό του, λέγοντας πως δεν είναι σαν της μαμάς του, βρίζει...".
Θέλησα ακόμη πιο πολύ να το συναντήσω το απόγευμα και το έκανα. Το παιδί προχώρησε προς το μέρος μου με ένα πάκο γαριδάκια στα χέρια, χαρτομάντηλα στην τσέπη από το μπουφάν του και μια μαγκιόρικη συμπεριφορά που παίδευε την τσίχλα στα μικροκαμωμένα χειλάκια του. Σύντομα ήταν ένα ήρεμο παιδάκι που χαχάνιζε όπως όλα τα άλλα, έπαιζε σαν όλα τα άλλα και εκτίμησε περισσότερο από όλα τα άλλα τον χρόνο που διέθεσα για αυτό.
Κλείνοντας, θα ήθελα να σας παραθέσω μια ατάκα του μικρού και να σας αφήσω για απόψε: Κανένα παιδάκι δεν θέλει να είναι κακό και δεν ξεκινάει με το να είναι κακό. Πολλές φορές γίνομαι κακός και θυμώνω, επειδή και αυτοί το ίδιο κάνουν σε μένα και θέλω να τους δείξω ότι πονάει και δεν είναι όμορφο. Όμως εγώ είμαι απλά ένας αλήτης, που δεν έχει τρόπους και δεν θα αποκτήσει ποτέ και ας έχω πολλούς παραπάνω από αυτούς που με κρίνουν και με απομονώνουν κάθε μέρα από τα σπιτια τους.
Θέλω να ευχαριστήσω τον Θεό που είχα την τύχη να γεννηθώ σε ένα τόσο πανέμορφο τόπο, που είχα την τύχη και την διάθεση των γονιών μου να μου μάθουν να αγαπώ το κάθε τι γύρω μου και να συναντώ τόσο υπέροχα πλασματάκια σαν το παιδάκι που σας περιέγραψα. Καλό απόγευμα ψυχούλες μου. Και μην βιάζεστε να κρίνετε τίποτα και ποτέ. Η αλήθεια είναι παιχνιδιάρα και τις αρέσει να κρύβεται σε πολλές οπτικές γωνίες. Μην αποκτάτε γνώμη για κάτι πριν να είστε σίγουροι πως  τις ανακαλύψετε όλες. Σας φιλώ γλυκά.

Κυριακή 8 Δεκεμβρίου 2013

Αναζητώντας την εργασία

Aγαπημένα μου φιλαράκια, τι μου κάνετε; Εύχομαι να είστε καλά και να περνάτε πανέμορφα, ή τουλάχιστον, να προσπαθείτε να χαμογελάτε όσο και όπως μπορείτε. Κάποιος που είχε σπουδάσει ψυχολογία κάποτε, μου είχε πει πως αν προσπαθήσεις να χαμογελάσεις, στην αρχή θα σκαλώσεις - γιατί θα είναι κάτι που δεν θα το έχεις συνηθίσει, αν δεν στο έχει προκαλέσει κάποιος αυτόρμητα - αλλά σιγά σιγά θα αρχίσεις να συνηθίζεις, να το νιώθεις και να φαίνεσαι χαρούμενος μέσα σου, ακόμη και αν ο κόσμος σου γκρεμίζεται...
Για να πω την μαύρη μου αλήθεια, ποτέ μου δεν τα κατάφερα να το κάνω αυτό. Όποτε ένιωθα άσχημα ή πιεζόμουν από μία κατάσταση, μπορούσαν να το καταλάβουν και οι γύρω μου. Έπαιρναν μάλιστα το θάρρος (θράσσος για μένα) κάποιες φορές να ρωτάνε και να ξανά ρωτάνε τι έχω και γιατί είμαι έτσι. Ενδιαφέρον... Τρίχες κατσαρές. Αν υπήρχε πραγματικό ενδιαφέρον φίλε μου, δεν θα έφτανες στο σημείο να νιώσεις πεσμένος, γιατί θα είχες άτομα δίπλα σου για να σε ανεβάσουν και να σε κρατήσουν σε ένα σταθερό ψυχολογικό επίπεδο και δεν θα ήσουν ένα με το γρασίδι. Κάποιοι βέβαια, θα βιαστούν και θα μου πούνε μα γιατί να τα περιμένεις όλα από τους άλλους και να μην προσπαθήσεις να καταφέρεις κάτι μόνη σου... Κάποιοι άλλοι θα με ρίξουν στην αγκαλιά της εκκλησίας και κάποιοι άλλοι θα συνεχίσουν απλά να αδιαφορούν... Σίγουρα όμως το σημερινό μου θέμα δεν θέλω να το πάω καθόλου προς τα εκεί.

Το σημερινό μου θέμα ταξιδεύει στην Αθήνα, εκεί που βρίσκεται το πνεύμα και το σώμα μου... Εκεί που βρίσκονται οι τελευταίες μου ελπίδες για να βρω δουλειά στο αντικείμενο μου... Σε αυτό που ήθελα να σπουδάσω και να υπηρετήσω για όσο αντέξω και μου επιτρέψουν τα μεγάλα κεφάλια... ('Αραγε θέλουν;) Την δημοσιογραφία.
Είμαι εδώ πέρα ένα μήνα και κάτι ψιλά, σε ένα σπίτι πια που νοικιάσαμε στην Νέα Σμύρνη(με χαμηλό ενοίκιο, ευτυχώς). Λένε ότι η περιοχή που μένω είναι καλή. Φαίνεται άλλωστε. Ο κόσμος καλοντυμένος κατεβαίνει πότε με τις σκάλες μέσα στα καλοσιδερωμένα ρούχα του πότε με το ασανσέρ φορώντας φινετσάτα αρώματα και ύφος αφ υψηλού στο βλέμμα τους. Είναι αυτό το βλέμμα της ακτινογραφίας εξ αποστάσεως που σου διαπερνά την ραχοκοκαλιά και φτάνει στην ψυχή σου. Αυτό το βλέμμα που μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα γνωρίζει ποιος είσαι, ποιος θα ήθελες να είσαι, τι σκέφτεσαι, γιατί το σκέφτεσαι, αν είσαι καλός άνθρωπος, αν έχεις στόχους και αν τελικά θα τους πετύχεις σε βάθος χρόνου. Κάποιες φορές, αν το βλέμμα είναι εκπαιδευμένο, μπορεί να βρει και πότε έκανες το τελευταίο τσεκ απ στο νοσοκομείο.
 Γύρισα πολλά γραφεία, χτύπησα πόρτες... Ξαναχτύπησα πόρτες μη και δεν άκουσαν καλά οι ιδιοκτήτες τους και δεν μου έκαναν σινιάλο να μπω να πούμε και να βρεθεί μια λύση. Το μοίρασμα των βιογραφικών μου, έχει ξεπεράσει σε αριθμό τα κουπόνια πίτσας που μοιράζουν οι υπάλληλοι στα διόδια της Λαμίας. Ίσως να έχουν και την ίδια μοίρα με τα κουπόνια: Τα σκουπίδια. Ποιος ξέρει... Το μόνο που ξέρω είναι ότι χρειάζομαι δουλειά, όχι για να μοιράσω αυτόγραφα, όπως εύχονταν πολλές συμφοιτήτριες μου, όχι για να αγοράζω ακριβά αμάξια και αυτοκίνητα, όχι για να τα φτιάξω με μεγαλοεπιχειρηματίες προκειμένου να με κάνουν φίρμα και να τα πάω καλύτερα, όχι για να τα πάρω κάτω από το τραπέζι και να πουλάω μούρη μέσα σε ψέματα και ένα σωρό αρλούμπες μέσα στην μούρη των άλλων, αλλά για να μπορώ να συντηρήσω τον εαυτό μου. Να έχω χρήματα να πληρώσω το ενοίκιο μου, τα κοινόχρηστα, το φαγητό μου.
Αυτοί την ώρα, φαντάζομαι την αγωνία κάποιων στα μάτια τους. Την αγωνία για να μάθουν αν όλα όσα ακούγονται για την Αθήνα, είναι αλήθεια. Αν είναι μία ζούγκλα και αν οι άνθρωποι της είναι αγρίκοι... Αν το καλαμάκι είναι σουβλάκι και όλα αυτά τα πανέμορφα που λέμε συνήθως στις καφετέρειες και γελάμε και κάνουμε ιστορίες για αρκούδες και τιγράκια... Ενα θα σας πω, λοιπόν και θα κλείσω.
Ζούγκλα είναι η ανθρώπινη συμπεριφορά και όχι οι πόλεις στις οποίες κατοικεί το σώμα μας. Ενώ οι γύρω μας πεινάνε, δεν τους δίνουμε τροφή, παρά μόνο για σχόλια μέσω της συμπεριφοράς μας. Κι αν ακόμη ταϊσουμε κάποιον, θα του φάμε την ψυχή, γιατί θα του κοπανάμε πάντοτε το πόσο καλό του κάναμε.

Τετάρτη 2 Οκτωβρίου 2013

Mια γουλιά από οξυγόνο

Mέσα σε ένα ποτήρι κόκκινο κρασί μπορείς να δεις όλους τους αιθέρες να παλεύουν στα γυάλινα τοιχώματα να σκεπάσουν την ανάσα σου και να την αναγεννήσουν μέσα από το άγριο γιατί που στέκει πάντα αγέρωχο σε κάθε αδυναμία του μυαλού σου να κρατήσει απέναντι μια δυσκολία, να την στήσει στα τέσσερα μέτρα και τέλος, να την διώξει μακριά.
Είναι ένα υπέροχος καμβάς γυαλισμένος με σκοτεινά χρώματα, σχεδόν ανύπαρκτα στους διαδρόμους του εγώ της υποσυνειδησιακής οντότητας σου...
Πρόσωπα χαρούμενα, μουντά, αγριεμένα, δειλά, απαιτητικά και άλλωτε τόσο δοτικά χορεύουν γύρω και σε καλούν να χαθείς στην πλάνη του ερωτισμού που λύνει το κορμί σου καθώς πίνεις και χάνεσαι μέσα στις γουλιές των καταπιεσμένων θέλω που δεν άγγιξες ποτέ ως τώρα από συστολή και φόβο προς το άγνωστο γνωστό της ρουτινιασμένης καθημερινότητας που σου τρώει τα σωθικά σε μικρές ποσότητες...

Μελωδίες και χρώματα που κάποτε αγάπησες είναι εκεί για να αγκαλιάσεις... Ακόμη και να τα ποδοπατήσεις σε περίπτωση που κάτι, κάποιος, κάποτε μπήκε μπροστά στο πρώιμο χαμόγελο σου και τα τσαλάκωσε σαν φθηνά χαρτιά λαϊκής που τυλίγουν τα άλλωτε φρέσκα ψαρικά. Είναι άραγε τόσο απλό να ξεχνάς το παρελθόν σου; Γιατί εγώ δεν κατάφερα ποτέ να το σβήσω...
Μοιάζει σαν ταινεία από σπασμένες πορσελάνες που προσπαθούν να ενωθούν με τα υπόλοιπα κομμάτια τους, να αποκτήσουν σώμα, να κλέψουν μια ψυχή και να προσπαθήσουν να αντιγράψουν την ζωή ενός ανθρώπου με τεχνάσματα βουντού πάνω στο χαλί μιας λεπτής κλωστής ανάμεσα στην διήγηση και την αληθινή ροή ζωής...
Και το μόνο που αναζητάς... Είναι μια γουλιά από οξυγόνο... Στο τέλος αυτού του ταξιδιού.

Πέμπτη 2 Μαΐου 2013

H απόφαση του νέου κατοικιδίου

Ήταν απόγευμα. Είχαμε πάει με τον Κωνσταντίνο για καφέ. Τελικά, ούτε καφέ ήπιαμε. Πήραμε χυμό. Ο Κωνσταντίνος δεν πίνει και έτσι είπα και εγώ να κάνω μια προσπάθεια για υγιεινή τροφή μαζί του... Ξεκινώντας από τα υγρά.
Είχε και ένα μωράκι εκεί και ξεχάστηκα παίζοντας μαζί του. Πάντα μου άρεσαν τα παιδάκια. Ειδικά αυτά τα φαφούτικα που γελάνε με το παραμικρό και φωτίζονται τα ματάκια τους.
Κάπως έτσι είπαμε να πάμε και σε ένα pet shop. Είχε κάτι κουταβάκια έξω έξω και ο Κωνσταντίνος έχει μούρλα με αυτά. Τα συγκεκριμένα κουταβάκια έμενα δεν μου άρεσαν για αυτό και προχώρισα προς τα μέσα στο μαγαζί και δεν έχει να κάνει με την ράτσα ή την γλύκα που βγάζει το κάθε σκυλί. Απλώς δεν ήταν όσο καθαρά τα περίμενα. Σε αντίθεση με τα γατάκια και τα παπαγαλάκια.
Και κάπως έτσι μπήκα και εγώ στο τρυπάκι να κοιτάζω και να θέλω να πάρω ένα. Όχι γατάκι ούτε παπαγαλάκι. Στην αρχή κόλλησα με ένα κοι κόκκινο. Κάποτε ήθελα να κάνω τατουάζ με ένα τέτοιο στην πλάτη μου, κοντά στην μέση. Οχι ότι τώρα μου έφυγε η ιδέα, απλώς δεν έχω χρήματα για να χτυπήσω κανένα τώρα. Υστερα είδα κάτι πουλάκια που μοιάζουν με πιγκουίνοι και έπαθα σοκ με το πόσο όμορφα μπορεί να είναι. Η τιμή τους δεν είναι πολύ ακριβή, ωστόσο μαζί με το κλουβί και την τροφή τους... Ξεφεύγει αρκετά από τα δικά μου μέτρα και σταθμά.
Και καταλήξαμε να είμαστε στην άλλη πλεύρα του μαγαζιού με τα κουνελάκια και τα χαμστεράκια.  Είδα ένα χαμστεράκι το οποίο το λάτρεψα από την αρχή. Όμως φοβήθηκα πως η μαμά μου δεν θα το θέλει και έκανα να φύγω. Κάτι που τελικά δεν κατάφερα να κάνω, γιατί τα μικρούλικα ματάκια του με κέρδισαν από την αρχή. Ηταν σαν τον ποντικομικρούλι σε θηλυκό. Και το πήραμε.
Στο δρόμο το κουβαλούσε ο Κωνσταντίνος, ο οποίος ένιωθε ανατριχιασμένος και με έβριζε που πήρα χάμστερ για κατοικίδιο, γιατί κατά την άποψη του είναι ένα ποντίκι με γούνα πολυτελείας. Ήθελα να ξερα αν τα άλλα δεν έχουν πολυτελείας γούνα. Τέλος πάντων...
Εγώ γελούσα σε όλο το δρόμο αμήχανα, γιατί ήξερα πως αφού αντέδρασε ο φίλος μου έτσι θα αντιδρούσε κάπως ανάλογα και η μαμά μου...
Και δεν είχα και άδικο. Από την πρώτη στιγμή είπε να το γυρίσουμε πίσω και πως αν τύχει και βγει έξω θα το κυνηγάει με την σκούπα. Της φάνηκε δε περίεργο που πληρώσαμε για να πάρουμε ένα ποντίκι ενώ στο χωριό θα το βρίσκαμε δωρεάν.
Προσπάθησα να της εξηγήσω πως δεν είναι σαν όλα τα άλλα ποντικάκια και πως είναι ράτσες ράτσες και ευτυχώς ήταν η Εύα μαζί της, ένα κορίτσι που έχει πειραματιστεί πολύ με τα κατοικίδια. Μέχρι και μαϊμού έχουν πάρει με την αδερφή της στο σπίτι τους και μου έδωσε δίκιο και το πήραμε.
Εύχομαι να το συμπαθήσει στην πορεία και να μην είναι τόσο αρνητική.

Κυριακή 31 Μαρτίου 2013

Θα σου τηγανίσω ψάρια...

Tα μνημόσυνα ποτέ μου δεν τα λάτρεψα. Ίσως ήταν και ότι πιο άχρηστο για μένα. Βέβαια, ο παππάς πάντα έλεγε ότι βοηθάει στην σωτηρία της ψυχής. Του νεκρού, να φανταστώ, γιατί από κοτσομπολιό άλλο τίποτα.
Και τι φόρεσες και πως το φόρεσες και τι είπες και πού το είπες;
Πόσο χρόνο ξοδεύεις για τον εαυτό σου και πόσο για τα παιδιά σου;
Είσαι καλή νοικοκυρά; Ικανοποιείς τον άντρα σου; Σ'αγαπάει η πεθερά σου;

Κλείσαμε ένα χρόνο για τον παππού. Αλλά τον νιώθω πάντα δίπλα μου. Είναι από τις λίγες φορές που κλείνω τα μάτια μου και τον νιώθω κοντά μου. Είναι εκεί και με κοιτάζει και χάνομαι στην αγκαλιά του όποτε το έχω ανάγκη και μου τραγουδάει... Μου τραγουδάει...
Θα σου τηγανίσω ψάρια σαρδελίτσες πεταχτές...
Α, ρε παππού. Οσο ήσουν εσύ ζωντανός τα πράγματα ήταν σε μια σειρά. Σπάνια τσακωνόμασταν και αν το κάναμε ήταν για λίγο. Κι όποτε ήταν πολύ... Είχαμε εσένα. Να μας μιλάς για τα παλιά τα χρόνια και να ξεχνιόμαστε... Εμείς οι μικροί...
Οχτώ η ώρα είμασταν στην εκκλησία. Κανονικά, έπρεπε να είμασταν πιο νωρίς εκεί... Αλλά δεν ξυπνούσαμε εύκολα. Την προηγούμενη δεν είχα ύπνο. Πάντα όταν αλλάζω μέρος δυσκολεύομαι να βολευτώ. Με τσίμπησαν και ψύλλοι. Χρόνια είχε να μου συμβεί.
Τον παππά δεν τον είδα. Ηπια καφέ και λίγο λικέρ. Με έτσουξε το στομάχι και έφυγα. Όχι για αυτό, αλλά με φιλούσε κόσμος που δεν ήξερα και είμαι περίεργη με αυτά.
Στο καπάκι έκανα ένα γύρο στην εκκλησία. Καθαρός ουρανός αν και μουντός. Τα χορτάρια φρέσκα από την βροχή και η πόρτα από τα νεκροταφεία βαριά. Δεν μπήκα μέσα. Δεν ήθελα. Μπήκα στο αμάξι και έφυγα με την θεία μου για το σπίτι.

Κυριακή 24 Μαρτίου 2013

Λουλουδένια πνοή

Σήμερα ξύπνησα με άλλη διάθεση. Από αυτές τις ωραίες που το χαμόγελο είναι στα χείλη έστω και για λίγη ώρα. Έφτιαξα πρωινό και πήγα μαζί με την μαμά μου να αγοράσω μερικά λουλούδια, γιατί τόσες μέρες φαγώθηκε να φυτέψουμε μερικά στο μπαλκόνι.


Ήμουν σχεδόν σίγουρη να της πω όχι στην αρχή, είμαι αρκετά μεγάλη για να πάω βόλτα με την μαμά μου και ακόμη και τα μικρά παιδιά βγαίνουν μόνα τους έξω...Όμως αυτήν μου η σκέψη δεν κράτησε και πολύ. Μπαίνοντας στην αρχική του προφίλ μου είδα το ποστ του Θάνου.

Η μαμά του είχε πεθάνει ύστερα από μήνες που έμεινε στο νοσοκομείο. Κάθε του λέξη και μια μαχαιριά. Δεν άντεξα. Έκλαψα. Και ναι. Πήγα με την μαμά μου βόλτα. Και ναι. Δεν νιώθω καμιά ντροπή πλέον για αυτό, ποτέ δεν ξέρεις πότε θα είναι η τελευταία μέρα σου με τα άτομα που αγαπάς...

Κι αυτά είναι τα λουλουδάκια τα οποία πήραμε. Δεν τα μεταφυτέψαμε ακόμη. Θα μπουν σε πορτέρια πολύ σύντομα.

Δευτέρα 4 Μαρτίου 2013

Αυτό μας έλειπε

Kαι εκεί που καθόμασταν στο παγκάκι βγήκε από το ξενοδοχείο σαν σίφουνας ο Τρύφωνας Σαμαράς με το μαλλί κατάξανθο και  μπούκλα αλά Βιουγουκλάκη στο η δασκάλα με τα χρυσά μαλλιά...
Η αλήθεια είναι πως δεν είχα καμία όρεξη να τρέξω από πίσω του για αυτόγραφο ή για όλα αυτά τα χαζά, αλλά μιας και δεν είχαμε τι να κάνουμε και είμασταν σε ένα παγκάκι και προβληματιζόμασταν για την φάση με τον Ηλία, είπαμε να τρέξουμε να τον προλάβουμε.
Αρχίσαμε να τρέχουμε τόσο γρήγορα που μόνο η δάδα μας έλειπε και οι ολυμπιακοί αγώνες. Σε κάποια φάση, γλίστρισε το χέρι μου από την Καίτη και έπεσα κάτω. Ο Τρύφωνας δεν είχε βρει αυτό που ήθελε και ήταν τώρα σε ένα άλλο περίπτερο. Τον βλέπαμε ακόμη. Δεν φιλοτιμήθηκε κανένας να με σηκώσει και έτσι περιμέναμε τον Γιάννη. Χάσαμε πολύτιμο χρόνο βέβαια, γιατί μας έπιασε το φανάρι το οποίο ήταν αρκετό για να μας ξεγλιστρήσει και να φύγει. Είχε μαζί του και ένα μακιγιέρ από όσο προλάβαμε να δούμε. Πήγαμε Αριστοτέλους - Τσιμισκή και τίποτα. Περπατήσαμε λίγο ακόμη, αλλά δεν.
Κουράστηκα τόσο που αν τον έβλεπα μπροστά μου, θα του την έλεγα χωρίς λόγο. Λέγαμε χαζά στο δρόμο και γελούσαμε. Τουλάχιστον το διασκεδάσαμε. Αποφασίσαμε να γυρίσουμε για να του αφήσω μήνυμα στο ξενοδοχείο. Δεν ξέρω τι ακριβώς θα του έλεγα. Σπουδάζουμε δημοσιογραφία εξάλλου. Ίσως να μην τρέχει τόσο πολύ. Ξεθεωθήκαμε. Α, ρε Τρύφωνα...

Ο Ηλίας

Μου θυμίζει κάτι ταινείες κωμικές... Εκεί που ο άντρας είναι απελπιστικά χαμηλής αυτοεκτίμησης και κάνει ότι του κατέβει στο κεφάλι για να κατακτήσει όλο και περισσότερες γυναίκες για να τονώσει το ηθικό του έστω και για λίγα λεπτά της ώρας...
Τον Ηλία τον γνώρισα λίγο πριν το καλοκαίρι, μέσω ενός γνωστού. Μεταλάς και με δικό του γκρουπάκι. Γύρω στα 23 με μουσάκι, μακριά μαλλιά και καστανά μάτια. Συνήθως βλέμμα απλανές και αργή ομιλία, με πανέμορφο όμως χαμόγελο και χροιά φωνής. Δεν ήταν χιουμορίστας, αλλά αδέξιος και γελούσαμε με αυτά που έκανε στο τέλος.
Αρχίσαμε να μιλάμε περισσότερο και να κανονίζουμε για να βγούμε. Στην αρχή με γοήτευσε, γιατί έλεγε ότι του άρεσαν οι στίχοι μου και με ήθελε στο συγκρότημα πάση θυσία. Φυσικά και δεν έκανα κάτι παραπάνω με αυτό, γιατί εμένα το άχτι μου ήταν να γράφω ερωτικές μπαλάντες τύπου Βέρτη - Χατζηγιάννη και όχι τα ντάμπα ντούμπα του Ηλία.
Κάποιες φορές ήρθε στο σπίτι μου, κοιμήθηκε εδώ. Αρχισε να νιώθει αλλιώς και να μου λέει πως με θέλει. Πήγε διακοπές και ύστερα χαθήκαμε για λιγάκι, επειδή πήγα και εγώ και οι δικές μου διακοπές είναι πάντα σε απομονωμένα μέρη χωρίς τηλέφωνα και λοιπή επικοινωνία.
Όταν γύρισα, αποφασίσαμε να πάμε σε μια συναυλία. Ήταν να έρθει από την σχολή για να με πάρει, αλλά δεν ήρθε ποτέ και δεν έμαθα το λόγο. Δεν με ένοιαξε και πολύ, γιατί στην συναυλία πήγαμε κανονικά και δεν υπήρξε κανένα σοβαρό πρόβλημα ως προς το πως περάσαμε. Χαθήκαμε. Λίγο εγώ λίγο αυτός. Λίγο οι δουλειές.
Σήμερα γνώρισα μια κοπέλα που έκανε παρέα με την Καίτη. Λίγο γεματούλα με πίρσινγκ στην μύτη, ροζ κραγιόν και μπλε φόρμες.  Ήταν χαρούμενη, γιατί θα ερχόταν το αμόρε της που είναι δυο μισι και κάτι λίγα χρόνια μαζί και θα πηγαίνανε για φαγητό να χαλαρώσουν. Χάρηκα και εγώ και της είπα πού να πάνε και της πρότεινα και καλά μαγαζάκια με φαγητό και φθηνό, αλλά γευστικό ποτό. Μας είπε ότι τον λένε Ηλία, αλλά δεν δώσαμε σημασία. Αλλωστε έχει τόσους πολλούς...
Και σκάει μύτη ο Ηλίας. Ο ΓΝΩΣΤΟΣ ΗΛΙΑΣ. Ο ΜΕΤΑΛΑΣ. ΧΩΡΙΣ ΜΑΚΡΙΑ ΜΑΛΛΙΑ ΚΑΙ ΜΕ ΚΑΠΕΛΟ. Τα έκοψε γιατί θα πήγανε στρατό και καλά. Πάγωσε όταν με είδε. Πήγε να μας συστήσει η κοπέλα του, αλλά γνωριζόμασταν ήδη. Παράλληλα, γνωριζόταν και με την Καίτη και με την Ρίτα. Το ίδιο διάστημα που έβγαινε μαζί μου, έβγαινε και με αυτές και είχε και σχέση με την κοπέλα που λέγαμε. Δεν του είπαμε κάτι φυσικά, όχι για αυτόν. Την κοπέλα σκεφτήκαμε...

Σάββατο 23 Φεβρουαρίου 2013

H Συνέχεια

Oι γονείς μου στην πραγματικότητα, μετά το γεγονός αυτό, απομακρύνθηκαν ο ένας από τον άλλον. Ο κόσμος τους έβλεπε μαζί, αλλά οι σπιτικοί ήξεραν την αλήθεια. Παιδικό δωμάτιο δεν απέκτησα ποτέ. Ποτέ όσο ζούσε η μαμά με τον μπαμπά. Συνήθως κοιμόμουν ανάμεσα τους, στο κρεβάτι τους. Έλεγαν πως δεν χωράω αλλού. Εγώ όμως ένιωθα πως όλο αυτό ήταν απλά δικαιολογία. Από τα παιδιά, εξάλλου δεν κρύφτηκε κανείς.
Τις περισσότερες φορές κούρνιαζα σε εμβρυϊκή στάση και δεν ακουμπούσα κανέναν από τους δύο. Ένιωθα την ανάσα τους να πάλεται πάνω στο στρώμα, αλλά μέχρι εκεί. Έκλεινα τα μάτια και έσφιγγα τις παλάμες μέχρι να με πάρει ο ύπνος.
Τον μπαμπά τον φοβόμουν και τον αγαπούσα ταυτόχρονα. Ήταν ένας απλησίαστος άνθρωπος που όμως μου άνηκε. ίσως να μην ήταν έτοιμος να γίνει πατέρας τότε. Δεν θυμάμαι να παίξαμε ποτέ, όπως κάναμε με την μαμά. Συνήθως, μαζεύονταν στο σπίτι μουσικοί και καθόταν μαζί τους για να παίξουν. Την ημέρα κοιμόταν και την νύχτα έλειπε. Όσοι τον ξέρουν λένε, ότι είναι ένα εργατικό παιδί με μεράκι και ταλέντο. Δεν αμφιβάλλω. Αλλά εγώ δεν ήμουν ούτε κλαρίνο ούτε αρμόνιο ούτε ντραμς. Θα μου άρεσε να ήμουν μόνο και μόνο για να έχω μια ευκαιρία να ασχοληθεί μαζί μου τότε που τον είχα πραγματικά ανάγκη και τον ζητούσα να είναι δίπλα μου να μου κρατά το χέρι και να μου χαίδευει τα μαλλιά. Χωρίς υποσχέσεις και λοιπές βαριές κουβέντες. Απλά να είναι εκεί.
Τύχαινε να μπαίνω μέσα στα νοσοκομεία για εγχειρήσεις και να με στηρίζουν μπαμπάδες από άλλα παιδάκια. Να μου κρατάνε το χέρι και να μου λένε πως ο μπαμπάς όπου να ' ναι θα ΄ρθει. Ήξερα ότι δεν θα έρθει και δάκρυζα. Αυτοί δεν τον γνώριζαν και το έπαιρναν απλά σαν... παιδική αδυναμία.
Αδύναμη δεν ήμουν ποτέ πραγματικά. Πάντα είχα το κουράγιο να τολμώ. Για να αποδεικνύω στους άλλους πως αφού τα κατάφερα εγώ, τότε μπορούσε άνετα να τα καταφέρει ο οποιοσδήποτε...

Τρίτη 19 Φεβρουαρίου 2013

Σύγχρονη Σταχτοπούτα

H μαμά μου ήταν ένα πλασματάκι που πέρασε τόσα πολλά. Οι γονείς της την άφησαν από έννια ημερών να μεγαλώσει με την γιαγιά και έφυγαν για την ξενιτιά μπας και βρουν δουλειά. Χρόνια δύσκολα τότε. Τα μόνα δώρα που έπαιρνε ήταν τα χριστούγεννα. Μερικές κούκλες πλαστικές που της έστελναν η γιαγιά και ο παππούς από το εξωτερικό.
Τους γονείς της τους είδε στα δώδεκα όπου και επέστρεψαν για λίγο στην Ελλάδα για να αφήσουν και τον θείο μου, ο οποίος ήταν ήδη δύο χρονών τότε. Ο παππούς με την γιαγιά έκαναν άλλο ένα κοριτσάκι, το οποίο το κράτησαν μαζί τους ώσπου πήγε η μαμά μου δώδεκα χρονών και τους πήραν μαζί τους στην Γερμανία.
Επειδή η γιαγιά μου και ο παππούς μου δούλευαν ως αργά το βράδυ, η μαμά έπρεπε από τα δώδεκα της να πηγαίνει στο σχολείο, να κάνει τα μαθήματα της, εξωσχολικές δραστηριότητες, να προσέχει τα αδέρφια της, να μαγειρεύει, να πλένει, να σιδερώνει και να κρατάει γενικώς το σπίτι πεντακάθαρο. Σύγχρονη Σταχτοπούτα.
Κάποτε θέλησε να ξεφύγει από όλο αυτό. Γνώρισε τον πατέρα μου. Μουσικός στο επάγγελμα και δέκα χρόνια μεγαλύτερος από αυτήν. Αυτήν δεκαέξι μόλις. Αρραβωνιάστηκαν και έμειναν στο σπίτι του. Στο ίδιο σπίτι, έμενε η μαμά του μπαμπά μου, ο μπαμπάς του η αδερφή του και η γιαγιά του όσο έζησε. Κι μπαμπάς του μπαμπά μου, μουσικός ακόμη. Το ταμείο το διαχειριζόταν πάντα η μαμά του μπαμπά μου και ακόμη και ένα χαρτομάντηλο να ήθελες να πάρεις, έπρεπε να έχεις την άδεια της. Το κακό στην υπόθεση ήταν ότι η γιαγιά μου δεν την ήθελε για νύφη της. Και αντί να γλιτώσει από την ζωή που είχε η μαμά μου, έπεσε μέσα σε ένα λάκο με φίδια που την έτρωγαν κάθε μέρα. Καθάριζε και εκεί το σπίτι και υπηρετούσε ξανά άτομα. Τόσο πολλή δυσκολία, που πριν από μένα είχε δύο αποβολές λόγω έλλειψη ξεκούρασης. Αργότερα, έμεινε έγκυος ο θεία μου και η μαμά μου, αν και έγκυος επίσης, είχε να προσέχει και τον ξάδερφο μου, επειδή η θεία μου έπρεπε να συνεχίσει τις σπουδές της και δεν γινόταν να παίρνει τον μπέμπη μαζί στην σχολή για να γράφει και να περνάει διαγωνίσματα.
Ύστερα από όλα αυτά τα βάσανα, έσπασαν τα νερά της στον πέμπτο μήνα. Νοσηλεύτηκε για ένα μήνα στο νοσοκομείο κάτω από ειδική αγωγή και τελικά μπήκε στο χειρουργείο ένα μήνα μετά για να με γεννήσει. Στην αρχή οι γιατροί έλεγαν να με βγάλουν με καισαρική, όμως η μαμά μου ήθελε να με γεννήσει φυσιολογικά, γιατί πίστευε πως δεν θα μπορέσω να ζήσω διαφορετικά, λόγω του ότι ήμουν πολύ μικρή.
Έκανα γύρω στις 38-48 ώρες να γεννηθώ. Εκείνη την μέρα θα μπορούσαν να δουν και η μαθητευόμενοι γιατροί πώς γίνεται μία φυσιολογική γέννα σε πραγματικές καταστάσεις. Ο γιατρός τους έβαλε να καθαρίζουν κουτάλες και αφού είδε ότι εγώ αργώ να γεννηθώ, αποφάσισε να πάει για έναν καφέ, γιατί υπολόγιζε ότι σαν πρώτη γέννα και μετά από τόση αργοπορεία, έχω μέλλον ακόμη.
Πέντε με δέκα λεπτά αφού έφυγε ο γιατρός, η μαμά μου ένιωσε ένα πολύ δυνατό πόνο και φώναξε πως γεννάει. Ένας μαθητευόμενος που ασχολούνταν ακόμη με τις κουτάλες που του είχε αναθέσει ο καθηγητής του, γύρισε ξαφνιασμένος και με χτύπησε με την κουτάλα στο κεφάλι κατά λάθος. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να μου δημιουργηθεί ένα αιμάτωμα.
Οι γιατροί είπαν στους γονείς μου ότι θα μείνω φυτό και τους πρότειναν να με αφήσουν σε κάποιο ίδρυμα. Όπως έλεγαν, δεν θα μπορούσα να σταθώ ποτέ στα πόδια μου, να μιλήσω και να δω. Ο πατέρας μου, πάντα ήθελε αγόρι και δεν ήμουν. Είχε πει πως είναι καλύτερα να με αφήσουν εκεί και να προσπαθούσαν να κάνουν άλλο παιδάκι κάποια στιγμή. Όμως, η μαμά μου ύστερα από δύο αποβολές και ένα τάμα που είχε κάνει, αποφάσισε να με κρατήσει και να τρέξει μόνη της στους γιατρούς μαζί μου αν χρειαστεί.
Κάπως έτσι, φύγαμε στο εξωτερικό για να αφαιρέσουμε το αιμάτωμα. Πάνω στην εγχείρηση σταμάτησε η καρδιά μου και οι γιατροί προσπάθησαν να με επαναφέρουν με χίλιους δύο τρόπους. Ύστερα από αρκετές μέρες, είπαν στην μαμά μου για το χαρτί θανάτου ή όπως αλλιώς λέγεται και της ζήτησαν να καλέσει τους συγγενείς σε περίπτωση που μέχρι την άλλη μέρα δεν συνελθώ για να γίνει η μεταφορά του σώματος και στο τέλος η κηδεία μου. Για καλή μου τύχη ή θαύμα, εκείνη την ημέρα η καρδιά μου άρχισε να λειτουργεί ξανά και να έχει κανονικό παλμό.
Όταν αποφασίσαμε να γυρίσουμε στην Ελλάδα, ήταν η περίοδος άνθισης της αεροπειρατείας. Κι επειδή πίστευαν ότι υπάρχει κρυμμένος εκρηκτικός μηχανισμός στο κεφάλι μου, μου έβγαλαν τις γάζες για να βεβαιωθούν ότι δεν υπάρχει τίποτα ύποπτο.
Έτσι έμεινα μέχρι τριών χρονών στην Γερμανία και όπως είπα και σε προηγούμενο ποστ, έκανα γενέθλια με τους γιατρούς μόλις έκλεισα τον πρώτο χρόνο ζωής μου. Για τους γιατρούς, ήμουν πάντα ένα αγγελούδι.
Συνεχίζεται...

Ο Αντωνάκης

Ακούω κοπέλες να κλαίνε και να οδύρωνται που έφαγαν χυλόπιτα και δεν τους θέλει το αγόρι που θέλουν και γελάω, γιατί υπάρχουν σοβαρότερα προβλήματα και πάνω από όλα, όλοι μας έχουμε φάει χυλόπιτα και δεν μπορούμε να είμαστε και μέσα στα γούστα του καθενός. Για παράδειγμα, εγώ έχω έρωτα με την κουνελομάνα. Ωστόσο, ο κολλητός μου την θεωρεί σκύλα. Με αφορμή λοιπόν όλο αυτό, θυμήθηκα το κεφάλαιο έρωτες και χυλόπιτα και για αυτό θα μιλήσουμε σήμερα.
Το πρώτο παιδάκι που αγάπησα και μάλιστα, θα πηγαίναμε και για.... γάμο ήταν ο Αντωνάκης από το νηπιαγωγείο. Ενα ξανθό αγοράκι με καστανά ματάκια και λιλιπούτια χεράκια τον οποίο τον φιλούσα στα διαλείμματα στο μάγουλο και μου είχε ζητήσει να παντρεύτουμε όταν μεγαλώσουμε και να κάνουμε πολλά πολλά παιδάκια. Μάλιστα, σαν γνήσια νοικοκυρά που ήμουν, είχα ζητήσει από την μαμά μου να μου αγοράσει κλωστή να αρχίσω να κεντάω για την προίκα μου. Είχα πάρει σταυροβελονιά και έκατσα να κεντάω ένα καραβάκι για να το κάνω τελικά, κάδρο στο δωμάτιο μου μετά από χρόνια.
Ο Αντωνάκης ήταν σωστός άντρας. Έκοβε γρασίδι από τον κήπο του σπιτιού του για να μου χαρίσει, μου αγόραζε τσίχλες, μου έδινε την πιπίλα του και τρώγαμε παρέα τις φακές και τα τορτελίνια που του μαγείρευε η μαμά του να τρώει στο σχολείο το μεσημέρι. Μαζί του κουβαλούσε συνήθως ένα καφέ μικρό αρκουδάκι που το είχε κερδίσει σε παιδικό γεύμα. Εκείνο το αρκουδάκι το είχαμε σαν παιδάκι μας. Το φροντίζαμε σαν κανονικό μωρό και μάλιστα, αυτός ήταν και ο λόγος που η δασκάλα μας κάθε φορά φώναζε πως το αρκουδάκι δεν πίνει το γάλα που του δίνουμε παρά μόνο ποτίζεται το χαλί.
Αργότερα, στο μάθημα κάναμε ένα είδος σεξουαλικής αγωγής όπου το αγόρι μαθαίνει ότι έχει πουλάκι και το κορίτσι κουτάκι και πως οι μεγάλοι αγκαλιάζονται μέσα σε ένα σμήνο από πεταλούδες και μέλισσες και λουλούδια και βγαίνει ένα σποράκι που φυτεύεται στην κοιλίτσα της μαμάς και βγαίνουμε εμείς.  Όταν το ακούσαμε αυτό, εγώ και ο Αντώνης κοιταχτήκαμε στα μάτια. Ο Αντώνης ήταν αλεργικός στις μέλισσες. Κι εγώ τις φοβόμουν, όπως ο διάολος του λιβάνι.  Αυτή η σχέση δεν μπορούσε να συνεχιστεί.
Συνεχίζεται...

Η Σουζάνα

H Σουζάνα ήταν ένα πολύ γλυκό κοριτσάκι που μπορούσε να μπει κατευθείαν μέσα στην καρδιά σου με την απλόχερη βοήθεια της και το ζεστό χαμόγελο της. Ήταν κοντούλα και στρουμπουλή, με καστανά ματάκια και καταμαύρα μαλλιά σε ίσια φόρμα με φράντζα που συχνά κάλυπτε τα μάτια της. Τα χείλη της ήταν γεμάτα και φορούσε πάντα μια κόκκινη στέκα με πασχαλίτσα στο πλάι. Η καταγωγή της ήταν από την Γεωργία, αλλά από τότε που γεννήθηκε μεγάλωσε στην Ελλάδα μαζί με τους γονείς της και την κατά δύο χρόνια μεγαλύτερη αδερφή της, την Γκαϊάννα. Για την αδερφή της, δεν έχω να σας πω πολλά, δεν με συμπαθούσε και τα αισθήματα ήταν αμοιβαία.
Η Σουζάνα, δεν ήξερε καλά ελληνικά και πάντα παιδεύομουν να καταλάβω για το τι τελικά θέλει να πει με κάθε της πρόταση. Σιγά σιγά, αρχίσαμε να επικοινωνούμε καλύτερα και ότι δεν καταλαβαίναμε προσπαθούσαμε να το ζωγραφίσουμε ή να παίξουμε παντομίμα για να το βρούμε. Κι αυτό γιατί, το σχολείο στο οποίο πήγαινα δεν είχε πολλά παιδιά από Ελλάδα και όλοι πάνω κάτω λέγαμε τα δικά μας.
Στην δευτέρα δημοτικού, αναγκαστήκαμε να μετακομίσουμε, γιατί η μαμά μου βρήκε αλλού δουλειά, οπότε και έπρεπε να αλλάξω σχολείο. Η αλήθεια είναι, ότι σετναχωρέθηκα πολύ, αλλά δεν έκανα και πάρα πολύ καιρό για να προσαρμοστώ στην ιδέα.
Με την Σουζάνα μας είπαν ότι μπορούμε να μιλάμε στο τηλέφωνο και να βρισκόμαστε τα σαββατοκύριακα. Έτσι και έγινε τον πρώτο καιρό. Κάναμε σαν παλαβά όταν βρισκόμασταν. Αργότερα, μετακόμισε και η οικογένεια της Σουζάνας και σταματήσαμε να βρισκόμαστε.
Την είδα ύστερα από 7 χρόνια. Κοπέλα πια. Μου συστήθηκε σαν Σουζάνα για τους φίλους και Χριστίνα για τους ξένους. Είχε βαφτηστεί χριστιανή πια και αυτή και η αδερφή της. Από τότε έχω να την δω...

O παιδικός σταθμός

Όταν έφτασε ο καιρός να πάω στον παιδικό σταθμό η μάνα μου ήταν μέσα στο άγχος και όχι άδικα. Είχα υποβληθεί σε τρεις εγχειρήσεις γύρω από τον τένοντα και το αιμάτωμα που εμφάνισα στο κεφάλι κατά την πρόσκρουση της κουτάλας πάνω στο κεφάλι μου στην διάρκεια της γέννας, όπου ήμουν και πόντο πόντο με γύψο. Το άγχος δεν προερχόταν από την εικόνα μου, αλλά από τον ρατσισμό που λάβαμε από τους εξωτερικούς παράγοντες και κυρίως από τους δημόσιους παιδικούς σταθμούς, οι οποίοι μας έκλειναν την πόρτα κατάμουτρα για να μην δημιουργηθούν ψυχολογικά προβλήματα στα άλλα παιδάκια από το θέαμα που θα αντίκριζαν. Φυσικά, οι γάζες από το κεφάλι μου είχαν αφερεθεί και το μόνο που φαινόταν ήταν δυο γύψοι στα πόδια μου. Δεν μπορώ να καταλάβω πού ήταν το κακό.
Το μόνο κακό στην όλη υπόθεση, ήταν ότι εγώ έμεινα μόνη μου και αποξενωμένη από τα παιδιά της ηλικίας μου και συνέχισα να μεγαλώνω με την ίδια λογική ακόμη και όταν πήγα στο δημοτικό και στο γυμνάσιο. Άρχισα να ακονίζω το μυαλό μου για να είμαι αντάξια συνομιλητής απέναντι σε έναν άνθρωπο που είναι μεγαλύτερος μου κατά πέντε και αργότερα κατά δέκα και είκοσι χρόνια. Ήταν για μένα ένα πολύ όμορφο παιχνίδι. Ούτος ή άλλος εγώ μέχρι τριών χρονών, δεν μπορώ να πω ότι έπαιξα με παιχνίδια. Το μεγαλύτερο διάστημα της ζωής μου το θυμάμαι καλυμμένο από σκηνές νοσοκομείου. Μάλιστα, έχω και φωτογραφίες που έκλεισα το πρώτο μου έτος σε κλινική της Γερμανίας και σβήνουμε τα κεράκια μαζί με τους γιατρούς. Κάποτε ήθελα να γίνω και εγώ γιατρός. Να βοηθάω κόσμο. Όμως η ευθύνη ήταν μεγάλη. Δεν ήθελα να γίνω σαν όλους αυτούς που με πετσώκοψαν. Κι έτσι άλλαξα πορεία με πολύ κόπο.
Μίλησα σχετικά νωρίς. Το αστείο της υπόθεσης είναι ότι δεν περίμεναν καν να μιλήσω ή να δω οι γιατροί. Αν και πρώτη δημοτικού, δεν πήγα στο χρόνο μου πάνω, έμεινα στο σπίτι και έμαθα όλα όσα μου ήταν απαραίτητα. Εμαθα να λέω ποίηματα, να γράφω, να διαβάζω και να μετράω ως το εκατό. Έμαθα να ζωγραφίζω και να κάνω χειροτεχνίες.
Περπάτησα αργά βέβαια. Μέχρι πέντε μισι χρονών μπουσουλούσα. Και παρ'όλο που βγάλαμε το γύψο, χρειάστηκε αρκετός καιρός κάτω από φυσιοθεραπείες και διάφορες ασκήσεις για να μπορέσω να πατήσω εστω και για λίγο όρθια στα πόδια μου.
Όταν τελικά κατάφερα να πάω στο δημοτικό, η δασκάλα μου, η κυρία Τούλα, εξήγησε με πολύ γλυκό τρόπο στα παιδιά για μένα. Τους είχε πει ότι μια μελισσούλα είχε τσιμπήσει το πόδι μου και πως για αυτό δεν μπορώ να το πατήσω καλά τώρα. Εκεί, έκανα και την πρώτη μου καλή φίλη: Την Σουζάνα.

Κυριακή 17 Φεβρουαρίου 2013

O Περίπατος

Είναι από τις μέρες που κοιτάς λίγο να απομακρυνθείς από όλα τα ναρκωτικά και τους εθισμούς που σου προσφέρει απλόχερα η τεχνολογία το τελευταίο διάστημα. Να γυρίσεις πίσω στην φύση. Να απολαύσεις τον ουρανό και τα σύννεφα, τον ήλιο, την βροχή. Να τα νιώσεις στο δέρμα σου, στην πλάτη σου, στα μαλλιά σου. Να χαμογελάσεις στο Θεό, γιατί ναι. Είναι πανέμορφα τελικά να περπατάς μέσα σε κόσμο και να παρατηρείς αντιδράσεις. Να προσπαθείς να αναγνωρίσεις αρώματα, τόνους φωνής και πρόσωπα. Σαν το παιχνίδι που παίζαμε παιδάκια με τις ταμπέλες. Είναι ψηλός με μουστάκι και κόκκινα μαλλιά. Όχι, δεν είναι. Το θυμάσαι όμως και αυτό έχει σημασία. Και σημασία έχει το κάθε τι τελικά, αρκεί να πάρουμε την απόφαση και να του την δώσουμε. Τόση όση του αρμόζει και δεν το κάνει να φαίνεται φθηνό και άνοστο στα γούστα της ψυχής μας, γιατί αυτήν την κουβαλάς για πάντα μέσα σου.
Θυμάμαι μια χρονιά που πήγαμε σε μοναστήρι. Είχε κάνει τάμα η μάνα μου και μείναμε είκοσι μέρες εκεί. Καθαρίζαμε μπάμιες, φασολάκια, πατάτες. Φτιάχναμε γλυκά για τους επισκέπτες και φαγητό για το βράδυ. Μάλιστα, αν έφερναν προσφορά για κάποιο τάμα, έπρεπε να μαγειρευτεί την ίδια μέρα και οι φιλοξενούμενοι του μοναστηριού να έχουν την άψογη αντιμετώπιση και φροντίδα. Προσεύχομασταν ανά τακτά διαστήματα. Ξυπνούσαμε πολύ πρωί και η μόνη επικοινωνία που είχαμε ήταν αυτή με τους μοναχούς. Όταν γυρίσαμε στην πόλη πια, και περάσαμε ανάμεσα από το κέντρο της πόλης, η κίνηση και ο θόρυβος, μας τρόμαξε. Αγρίμια που έτρεχαν σε μια παράλληλη οδό προβατοποίησης και τρέλας. Τότε το μόνο που ένιωθα να θέλω, ειναι να κλειστώ στο σπίτι μου και να μην βγω ώσπου να πεθάνω. Ύστερα άρχισα την αλληλογραφία με τα μοναστήρια και μου πέρασαν όλα.
Αυτό που με κέντρισε περισσότερο το ενδιαφέρον, είναι κάτι που μας είχε πει μια καθηγήτρια φέτος, που της το είχε πει ένας φίλος της φωτογράφος που τώρα δεν ζει πια. Έλεγε, λοιπόν, πως κανένας άνθρωπος δεν κοιτάζει πάνω από το ύψος του την ώρα που περπατάει. Στην αρχή, ομολογώ πως δεν το πίστεψα και στο τέλος γέλασα. Όμως, επειδή είμαι και περίεργος άνθρωπος, άρχισα να παρατηρώ και να το έχω συνεχώς στο μυαλό μου. Παρατήρησα πως είχε δίκιο. Όλοι ήταν τόσο βιαστικοί που ούτε καν το φανάρι δεν κοιτούσαν. Από ένστικτο περνούσαν το φανάρι, επειδή έβλεπαν να περνάνε κι άλλοι. Μιλούσαν στο κινητό τους και παράλληλα κρατούσαν δέκα σακούλες από ψώνια σε ποζέρικα μαγαζιά και ένα βαρέλι καφέ για να τους κρατήσει τα νεύρα σε σειρά για να δουλέψουν το τετράωρο για το οποίο ζήτημα αν θα πληρωθούν, αλλά θα τα χρεωθεί το πορτοφόλι του μπαμπά ή του συζύγου ή δεν θα πληρωθεί και ποτέ και θα μείνει στην λίστα με τα χρωστούμενα. Ίσως σε πιο όμορφη πόζα από αυτήν που παίρνει συνήθως ο ιδιοκτήτης του στα μπαρ. Δεν έχω κάτι με τα μπαρ.
Δεν υπάρχει μεγαλύτερη απόλαυση από τα παγκάκια. Αυτά που από πάνω τους έχω ένα δέντρο και τα ανακαλύπτεις σαν πηγή νερού στην έρημο λίγο πριν την αφυδάτωση και την τρέλα. Καθισμένος εκεί μπορείς να δεις τα πάντα. Από άλλο ύψος και από άλλη γωνία. Συνήθως, οι περαστικοί που σε κοιτάζουν σε περνάνε για τρελό και δεν σου δίνουν σημασία. Όμως ούτε εσύ θέλεις να σου δώσουν σημασία. Δεν πήγες εκεί για να πιάσεις την κουβέντα. Είσαι ένας απλός παρατηρητής και τίποτα άλλο. Η κουβέντα θα γίνει στο μυαλό σου. Το βράδυ, στο κρεβάτι σου. Πάνω στο μαξιλάρι που  αναλύεις τα πώς και τα γιατί πριν τον ύπνο. Και θα χαμογελάσεις. Γιατί θα έχεις κάνει καλά την δουλειά σου...

Ο Παππούς Μου


Ο Κότσος, όπως τον φώναζαν οι χωριανοί και οι συγγενείς καμιά φορά, όταν γεννήθηκα ζήτημα να ήταν σάραντα. Μικροπαντρεύτηκε αυτός, μικροπαντρεύτηκε και η μάνα μου και βγήκα εγώ. Το πώς βγήκα, θα το συζητήσουμε σε άλλο κεφάλαιο, γιατί πρέπει να είμαι προετοιμασμένη ψυχολογικά και εγώ και εσείς. Τα μαλλιά του ήταν ακόμη μαύρα τότε και φορούσε καφέ τετράγωνους σκελετούς στα γυαλιά του που κάλυπταν το σχήμα του προσώπου του, αλλά προμοτάριζαν το μαλλί του που το υπεραγαπούσε και το είχε στην περιποίηση. Για δύο χρόνια είχε μουστάκι. Μπορεί να ήταν της μόδας. Ποτέ δεν ρώτησα παραπάνω, γιατί δεν με ενθουσίαζε η ιδέα. Σκεφτόμουν τις περιγραφές που μου έκαναν όταν έτρωγε σούπα. Κι έμενα εκεί. Πάντα.
Ήμουν το πρώτο εγγόνι της οικογένειας και όπως λένε πολλοί, το πρώτο εγγόνι είναι και το πιο αγαπημένο. Θα ήθελα πολύ να διαφωνίσω σαν πνεύμα αντιλογίας που είμαι, αλλά δεν θα το κάνω. Ο παππούς με αγαπούσε πολύ και ποτέ δεν μου χάλασε χατήρι. Μια χρονιά μου είχε αγοράσει ολόκληρη κουζίνα και άλογα, ορισμένα χρυσαφικά και ένα κυπελάκι παγωτό. Για αυτόν ήμουν η πριγκίπισσα του και μου έπαιρνε ότι έβλεπε και του άρεσε και ότι ήταν δυνατό, τελικά, να μου το αγοράσει. Για να πω την αλήθεια, τα αγαπημένα μου δώρα ήταν κάτι περίεργες ξύστρες σε σχήματα κιθάρας, καρδιάς, τηλεόρασης και αστροναύτη που είχε κάποτε ο Μασούτης και η Ενωση που δούλευε ο μπαμπάς μου.
Ύστερα γεννήθηκε η ξαδέρφη μου και άρχισα όλα αυτά να τα μοιράζομαι. Δεν με χάλασε. Γιατί είχαμε τις δικές μας, τις προσωπικές μας στιγμές εκεί στο κρεβάτι όποτε τον ξυπνούσα και μου χάιδευε τα μαλλιά και μου έλεγε ότι είμαι αγγελούδι ή τότε στην κουζίνα που ετοιμάζαμε πούπκες και παπάρες με γάλα και ζάχαρη. Οκ, δεν μπορώ να πω ότι τρελαινόμουν και ιδιαίτερα. Για μένα το αγαπημένο φαί που κάνει η γιαγιά είναι το κάσα. Ξέρω ότι θα το συνδιάσετε με την γνωστή κάσα, αλλά το μόνο κοινό τους είναι ότι είναι και τα δύο θάνατος. χαχα
Όσο θυμάμαι τον εαυτό μου να μεγαλώνει στο πλάι του, χαίρομαι. Ζήσαμε σε έναν κόσμο που αν και ο πόνος ήταν δίπλα μας κάτω από διάφορες μορφές, μπορούσαμε να αναγνωρίσουμε μια νεράιδα, μια πυγολαμπίδα, μια χρυσόμυγα, ένα ξωτικό... Την αγάπη όλη. Μέσα στην παλάμη μας. Σε μια αγκαλιά. Στην καρδιά μας. Ο παππούς μας έλεγε πολλές ιστορίες για νεράιδες και μαίες νεραιδών. Όπως έλεγε, υπήρχε μια μαία στο χωριό μας και συχνά την καλούσαν για να τις ξεγεννήσει. Ήταν καλές κοπέλες και όμορφες πολύ. Αλλά έκαναν μόνο κορίτσια. Ήθελαν μόνο κορίτσια. Αν τύχαινε να κάνουν αγόρι, μάλιστα, έπρεπε να το τυλίξεις μέσα σε φύλλα από κρεμμύδι και να το φασκιώσεις γρήγορα γρήγορα να μην το δουν. Σύχναζαν κοντά σε ποτάμια και έβγαιναν μετά τις δώδεκα περίπατο ανάμεσα στα ξύλα που εμείς κόβαμε για να βάλουμε στην σόμπα το χειμώνα να ζεσταθεί το κοκκαλάκι μας. Εμείς μέναμε να περιμένουμε στο παράθυρο με την ξαδέρφη μου τόσο που αποκοιμιόμασταν και μας έβρισκε το πρωί που οι νεράιδες ήταν κουρασμένες και κρυβόντουσαν στα μανιταράκια.

Συνεχίζεται....

Ο Μπαμπάς Μου

Με πήρε ο μπαμπάς τηλέφωνο……
58 δευτερόλεπτα κλήση!!!!!!!!!!!!!
Καλύτερα να μην παίρνει καθόλου….
Με κάνει να τον θυμηθώ και μέχρι να τον θυμηθώ……Το κλείνει!
Την τελευταία φορά που τον είδα ( Τα Χριστούγεννα πρέπει να ήταν)….Μαζί με κάτι σοκολάτες, μου έδωσε και δυο τρεις φωτογραφίες του με κάτι συγγενείς από την Αμερική…..
Οι συγγενείς με άφησαν αδιάφοροι…..Ούτε που τους είχα ξαναδει…..
Και να τους είχα δει δεν τους θυμόμουν……
Ενώ ο μπαμπάς για μένα φάνταζε σαν κάτι το απογορευμένο…..
Κάθε φορά που τον νοσταλγώ και το λέω στη μαμά……Νευριάζει και λέει ότι δε με μεγαλώνει αυτός τόσα χρόνια, αλλά ο Άρης και του οφείλω πολλά……Και πως αυτός ο άνθρωπος είναι συγγενής μαζί μου μόνο στα χαρτιά……
Πέρασε πολλά μαζί με το μπαμπά η μάνα μου…..
Μικροπαντρεύτηκε και κρεμάστηκε από πάνω του…..
Αν και δε τη δικαιολογώ....
Του'κανε κι αυτή με τη σειρά της πολλά.....
Επειτα ορμήξαν τα σόγια κι άρχισε το πατηρντί………
Δεν παύει όμως να είναι πατέρας μου…..
Να ρέει το ίδιο αίμα στις φλέβες μας και να έχω αδέρφια από αυτόν……
Στα όποια μακάρι η αίχρα που προσπαθεί να σπείρει η γυναίκα του για μένα, να μην τα αγγίξει…
Δεν φταίω εγώ αν δεν ταιριάξαν……
Κι ούτε της πήγα κόντρα επειδή παντρεύτηκε το μπαμπά…….
Της πήγα κόντρα επειδή δεν με άφηνε να επισκέπτομαι τον μπαμπά…
Κακά τα ψέματα……Το σπίτι είναι του μπαμπά….
Είμαι παιδί του και θα τον βλέπω...
Είμαι κομμάτι του…
Τι σημασία έχει αν έχει κι άλλα παιδιά;
Όλα το ίδιο δεν είμαστε;
Ισως τα άλλα να τα πονάει πιο πολύ, γιατί τα μεγαλώνει...
Αλλά…..Εγώ;;;;
Δεν θα υπάρχω κάπου κι εγώ μες την καρδιά του;
Σίγουρα... Σίγουρα... Κάπου μέσα του...