Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΣΥΜΠΕΡΙΦΟΡΕΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΣΥΜΠΕΡΙΦΟΡΕΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 23 Απριλίου 2014

Εκλοyes or no?

Oι προεκλογικές μέρες είναι πια γεγονός. Υποψήφιοι από κάθε γωνιά της γης, ποντάρουν στους ανυποψίαστους και πάνω από όλα μπερδεμένους πολίτες, από κάθε χωριό ή πόλη, εκμεταλλεύομενοι την οικονομική κρίση της χώρας, η οποία έχει κλείσει πολλά σπίτια στέλνοντας αθώους ανθρώπους (Για μικροχρέη) στην φυλακή ή στο χώμα, επειδή υπερασπίστηκαν την καθαρή συνείδηση τους και δεν φίλησαν την κατουρημένη ποδιά που το εκάστοτε κυβερνητικό κόμμα πρόσταζε.
Άραγε αναρωτήθηκε κανείς από σας ποιος εργάζεται πίσω από αυτά τα κόμματα με σκοπό την ανάδειξη τους και κάτω από ποιες άθλιες συνθήκες περνούν το εικοσιτετράωρο τους ώστε να εξασφαλίσουν ένα κεραμμύδι πάνω από το κεφάλι τους κι ένα πιάτο φαί;
Προσφάτως και μετά από απόφαση εμού της ιδίας και της σχολής μου, χρειάστηκε να εργαστώ για να συμπληρώσω κάποιες ώρες πρακτικής, σε πολιτικό γραφείο, ενός σχετικά καινούριου κόμματος, που για χρόνια τώρα είχε την αγάπη και την υποστήριξη πάμπολων βολεμένων κορμιών και ψυχών πουλημένων στην δαιμονική αλαζονία της κορυφής.
Στην αρχή, υπογράψαμε ένα χαρτί εθελοντικής εργασίας (ή δουλείας, όπως θα λέγαμε καθαρά και ξάστερα) στο οποίο έπρεπε να εξηγήσεις για ποιο λόγο θέλεις να βοηθήσεις, τι γνώσεις κατέχεις και μέχρι πού και πώς είσαι διατεθειμένος να συμμετάσχεις στο πρόγραμμα.
Οι ώρες εργασίας πάντοτε πάνω του οχταώρου, μιας και μιλάμε για μια πυρετώδη κατάσταση που δεν δέχεται τεμπέληδες και ανθρώπους που δεν έχουν τσαγανό και όρεξη να πονέσουν. Όμως κάπου εκεί, τίθεται και ένα άλλο ερώτημα. Τι είδους πόνο θα σου δώσουν και μέχρι πού είναι τελικά οι αντοχές των προσωπικών ορίων της ατομικότητας και της δημοκρατικής συνύπαρξης, σε ένα γραφείο που φιλοξενεί κάθε καρυδιάς καρύδι και κάθε φλαμουριάς κοτσάνι, που δεν γνωρίζουν ή δεν θέλουν να γνωρίζουν πότε η γλώσσα πρέπει να βουτάει στο μυαλό ή στο κόκαλο του αλλουνού για να το θρυψιαλιάσει;
Πριν λίγες ώρες, μπήκε στο γραφείο ο αδερφός ενός πολιτικού προσώπου (Ονόματα δεν λέμε, οικογένειες δεν θίγουμε... Τουλάχιστον όχι ακόμη), ο οποίος στα κανάλια παρουσιάζεται σαν ο μάστερ πάτρης - θρησκεία - οικογένεια. Ως απασχολούμενη στο γραφείο τύπου του, θεώρησα υποχρέωση μου να απαντήσω στο κάλεσμα της γνωριμίας του και να ανταλλάξουμε πέντε δέκα κουβέντες για την προσωπικότητα μας, ίσως και για τον κοινό μας στόχο. Τα αποτελέσματα όμως, βγήκαν αρνητικά εως και πλήρως αποκαρδιωτικά και σαπισμένα στο βούρκο που προανέφερα στις πρώτες δέκα σειρές. Ο άνθρωπος αυτός, όχι μόνο δεν πιστεύει στο Θεό, όχι μόνο δεν σέβεται, αλλά απαιτεί να τον σέβεσαι και να φοβάσαι την ράβδο τιμωρίας του.
Αφού με ρώτησε πώς με λένε και από πού κατάγομαι, άρχισε να μου επιτίθεται για την προσεγμένη εμφάνιση που από την πρώτη μέρα απαιτούσε ο ίδιος στο γραφείο του, υπογραμμίζοντας πως αυτά τα χρήματα θα μπορούσα να τα έχω δώσει σε κάποιον φτωχό. Απευθυνόμενη ευγενικά, θέλησα να κρατήσω κρυφή την φιλανθρωπική μου δράση, καθώς όταν βοηθάς κάποιον συνάνθρωπο το κάνεις επειδή πραγματικά το θέλεις και όχι για να το διαφημίσεις για να ακούσεις πέντε δέκα κρύα και μισόψυχα συγχαρήκια από το κοινό σου. Στην συνέχεια, άρχισε να αμφισβητεί την χριστιανική ορθότητα και να αποκαλεί πρόβατα όλους όσους πιστεύουν στην θεϊκή ύπαρξη. Τον παρακάλεσα με λίγο υψηλό τόνο να μην καταπατάει τα όρια και την ελευθερία της δημοκρατικότητας και της πίστης μου, μιας και εγώ σώθηκα ως εκ θαύματος τρεις φορές από βέβαιο θάνατο κι όμως συνέχισε, αποκαλώντας με δειλή και ανάξεια να εργαστώ οπουδήποτε σαν δημοσιογράφος και ως άνθρωπος, διότι η θέση της γυναίκας είναι καθαρά και μόνο στην προσωπική περιποίηση του άντρα της και των παιδιών που θα κυοφορήσει και θα φέρει στον κόσμο. Όταν του απάντησα πως στις μέρες μας δεν είναι ντροπή, αλλά τιμή για μία γυναίκα να δουλεύει και συνεισφέρει στο σπίτι, άρχισε να μου λέει πως θα μείνω μια ζωή ανύπαντρη και άφραγκη με τα μυαλά που κουβαλάω, πως είμαι ακόμη παιδί στα μυαλά και στην μοναδική εργασία που θα ευδοκιμήσει η προσωπικότητα μου είναι η πορνεία. Υπογράμμισε μάλιστα, πως αν ήμουν το μήλο κάτω από την μηλιά του, θα είχα φάει ήδη πολύ ξύλο για την ανάρμοστη συμπεριφορά μου. Κάποιοι, μου είπαν πως αυτό το έκανε για να με τεστάρει. Αλλά ούτε τρακτερ είμαι, ούτε κουρευτική μηχανή αγορασμένη από Ιρανό μετανάστη. Είμαι άνθρωπος.
Κι αναρωτιέμαι, είμαι μόνο εγώ που αγαπώ τον εαυτό μου επειδή κοιμάται με καθαρή συνείδηση τα βράδια; Είμαι μόνο εγώ το πρόβατο που έχω ακόμη την δύναμη να πιστεύω στην ανάδειξη της αλήθειας; Είμαι μόνο εγώ αυτή που δεν γουστάρει να πουληθεί;
Και αν τελικά είμαι χαμένο κορμί, δίχως μέλλον που θα το παρασύρει το ρεύμα της ψευτιάς, εύχομαι όσοι ψηφίσουν να έχουν κατά νου πως η πολιτική δύναμη αρχίζει από την λαϊκή δύναμη. Κανείς δεν είναι πιο πάνω από εσάς. Αν δεν υπάρχει πυρήνας, δεν υπάρχει και ροή. Θα ψηφίσουμε κάποιον που ναι μεν ζητάει την βοήθεια μας, αλλά παράλληλα προσβάλλει κατάμουτρα την ατομικότητα μας και το χώρο μας; Η απόφαση δική σας...
Εγώ θα πω μόνο αυτό και θα κλείσω. Μπορεί ο λύκος να έφαγε τα έξι κατσικάκια, αλλά το έβδομο μαζί με την μανούλα του βρήκαν τον τρόπο να τα σώσουν και να ζήσουν ευτυχισμένα.

Παρασκευή 24 Ιανουαρίου 2014

Είμαι ότι είσαι

Aυτές τις μέρες επισκέφτηκα το χωριό μου. Είχα πολύ καιρό να πάω. Μύριζε αναμνήσεις, καλοκαρδοσύνη, οικειότητα, καλομαγειρεμένα φαγητά και αγάπη. Από αυτήν την φτωχική, αλλά απλόχερα δοσμένη μέσα σε μια καλημέρα, σε ένα διάχυτο χαμόγελο, σε μια εγκάρδια χειραψία.
Περπάτησα στα δρομάκια, με ένα μπουφάν ριγμένο επάνω μου και με μια φωτογραφική μηχανή στο χέρι, η οποία ήθελα να είναι η προέκταση του ματιού μου για να μην χάσω ούτε ένα πόντο από αυτήν την παραδεισένια ομορφιά που μόνο γαλήνη μπορούσε να με γεμίσει.
Ο αέρας χάϊδευε απαλά τα φύλλα των δέντρων που σούρνονταν λες και ήθελαν να κρύψουν τις νεράιδες που είχαν στα σπλάχνα τους, να τις αφήσουν να ξεκουράσουν τα κορμιά τους ώστε να μπορέσουν να παραδοθούν στον αιθέριο χορό τους άπαξ και νυχτώσει για τα καλά.
Ο ήλιος ελάχιστος, αλλά γλυκός, ήταν εκεί για να φωτίζει τα βήματα των περαστικών που μάζευαν καταμετρώντας τα άλογα, τα κατσικάκια και τις κοτούλες τους στην στάνη και τα κοτέτσια, μοιράζοντας τους δροσερό νερό και άφθονη, διαλεγμένη τροφή για να τα ευχαριστήσουν για όσα τους προσφέρουν καθημερινά, χωρίς να ζητούν ανταλλάγματα.
Λίγο παρακάτω τα παγκάκια, κατεστραμένα από το χρόνο, χωρίς να χάνουν τον αγέρωχο εαυτό τους, κρατούν ακόμη επάνω τους χαραγμένα τα ονόματα μας, προσμένοντας την επιστροφή την δική μας, αλλά και των πάμπολων αναμνήσεων μας από τις παιδικές στιγμές.
Μια φωνή που δεν σβήνει ποτέ και χαχανίζει στα κρυφά κάπου μέσα στον ενήλικο εαυτό που με κόπο και δόλο αποκτήσαμε  δοκιμάζοντας την χαρισμένη φορεσιά της κοινωνίας και εναλλάσεται μέσα από αντικαθρεφτίσματα μικρών παιδιών που παίζουν στις αλάνες ξέγνοιαστα, τρέχοντας στις κουνιές, με ένα ποδήλατο ή με μια μπάλα στο χέρι, κοιτούν τον ουρανό κατάματα και ονειρεύονται το μέλλον μέσα από τις παρομοιώσεις των συννέφων και των αντανακλάσεων...
<< Όταν μεγαλώσω θέλω να γίνω... >> το παράδειγμα προς όλους τους μεγάλους που προσπαθούν να μας αλλάξουν και δήθεν να μας συνετίσουν σε ένα κόσμο άδικο και ξεφτυλισμένο, με διέκοψε με σταθερή φωνή ένα οχτάχρονο παιδάκι με ξανθά μαλλάκια, καταγάλανα μάτια που μέχρι και ο ουρανός θα ζήλευε, ορφανό από γονείς εδώ και ένα χρόνο και εγκατελειμένο από τις παρέες του υπόλοιπου χωριού.
Μου κέντρισε το ενδιαφέρον. Ήθελα να μάθω τόσα για αυτό το πλάσμα. Την καθημερινότητα του, τον τρόπο σκέψης του, τα αγαπημένα του μέρη. Του ζήτησα να περάσουμε μια μέρα μαζί και όλοι με αγριοκοίταξαν λες και ήθελα να σκοτώσω κάποιο από τα ζωντανά τους ή να τους κλέψω τα περιουσιακά στοιχεία τους. "Αυτό είναι κακομαθημένο", μου είπαν "Από τότε που έχασε τους γονείς τους βγάζει επιθετικότητα σε όλα τα παιδάκια, φτύνει το φαγητό του, λέγοντας πως δεν είναι σαν της μαμάς του, βρίζει...".
Θέλησα ακόμη πιο πολύ να το συναντήσω το απόγευμα και το έκανα. Το παιδί προχώρησε προς το μέρος μου με ένα πάκο γαριδάκια στα χέρια, χαρτομάντηλα στην τσέπη από το μπουφάν του και μια μαγκιόρικη συμπεριφορά που παίδευε την τσίχλα στα μικροκαμωμένα χειλάκια του. Σύντομα ήταν ένα ήρεμο παιδάκι που χαχάνιζε όπως όλα τα άλλα, έπαιζε σαν όλα τα άλλα και εκτίμησε περισσότερο από όλα τα άλλα τον χρόνο που διέθεσα για αυτό.
Κλείνοντας, θα ήθελα να σας παραθέσω μια ατάκα του μικρού και να σας αφήσω για απόψε: Κανένα παιδάκι δεν θέλει να είναι κακό και δεν ξεκινάει με το να είναι κακό. Πολλές φορές γίνομαι κακός και θυμώνω, επειδή και αυτοί το ίδιο κάνουν σε μένα και θέλω να τους δείξω ότι πονάει και δεν είναι όμορφο. Όμως εγώ είμαι απλά ένας αλήτης, που δεν έχει τρόπους και δεν θα αποκτήσει ποτέ και ας έχω πολλούς παραπάνω από αυτούς που με κρίνουν και με απομονώνουν κάθε μέρα από τα σπιτια τους.
Θέλω να ευχαριστήσω τον Θεό που είχα την τύχη να γεννηθώ σε ένα τόσο πανέμορφο τόπο, που είχα την τύχη και την διάθεση των γονιών μου να μου μάθουν να αγαπώ το κάθε τι γύρω μου και να συναντώ τόσο υπέροχα πλασματάκια σαν το παιδάκι που σας περιέγραψα. Καλό απόγευμα ψυχούλες μου. Και μην βιάζεστε να κρίνετε τίποτα και ποτέ. Η αλήθεια είναι παιχνιδιάρα και τις αρέσει να κρύβεται σε πολλές οπτικές γωνίες. Μην αποκτάτε γνώμη για κάτι πριν να είστε σίγουροι πως  τις ανακαλύψετε όλες. Σας φιλώ γλυκά.

Κυριακή 8 Δεκεμβρίου 2013

Αναζητώντας την εργασία

Aγαπημένα μου φιλαράκια, τι μου κάνετε; Εύχομαι να είστε καλά και να περνάτε πανέμορφα, ή τουλάχιστον, να προσπαθείτε να χαμογελάτε όσο και όπως μπορείτε. Κάποιος που είχε σπουδάσει ψυχολογία κάποτε, μου είχε πει πως αν προσπαθήσεις να χαμογελάσεις, στην αρχή θα σκαλώσεις - γιατί θα είναι κάτι που δεν θα το έχεις συνηθίσει, αν δεν στο έχει προκαλέσει κάποιος αυτόρμητα - αλλά σιγά σιγά θα αρχίσεις να συνηθίζεις, να το νιώθεις και να φαίνεσαι χαρούμενος μέσα σου, ακόμη και αν ο κόσμος σου γκρεμίζεται...
Για να πω την μαύρη μου αλήθεια, ποτέ μου δεν τα κατάφερα να το κάνω αυτό. Όποτε ένιωθα άσχημα ή πιεζόμουν από μία κατάσταση, μπορούσαν να το καταλάβουν και οι γύρω μου. Έπαιρναν μάλιστα το θάρρος (θράσσος για μένα) κάποιες φορές να ρωτάνε και να ξανά ρωτάνε τι έχω και γιατί είμαι έτσι. Ενδιαφέρον... Τρίχες κατσαρές. Αν υπήρχε πραγματικό ενδιαφέρον φίλε μου, δεν θα έφτανες στο σημείο να νιώσεις πεσμένος, γιατί θα είχες άτομα δίπλα σου για να σε ανεβάσουν και να σε κρατήσουν σε ένα σταθερό ψυχολογικό επίπεδο και δεν θα ήσουν ένα με το γρασίδι. Κάποιοι βέβαια, θα βιαστούν και θα μου πούνε μα γιατί να τα περιμένεις όλα από τους άλλους και να μην προσπαθήσεις να καταφέρεις κάτι μόνη σου... Κάποιοι άλλοι θα με ρίξουν στην αγκαλιά της εκκλησίας και κάποιοι άλλοι θα συνεχίσουν απλά να αδιαφορούν... Σίγουρα όμως το σημερινό μου θέμα δεν θέλω να το πάω καθόλου προς τα εκεί.

Το σημερινό μου θέμα ταξιδεύει στην Αθήνα, εκεί που βρίσκεται το πνεύμα και το σώμα μου... Εκεί που βρίσκονται οι τελευταίες μου ελπίδες για να βρω δουλειά στο αντικείμενο μου... Σε αυτό που ήθελα να σπουδάσω και να υπηρετήσω για όσο αντέξω και μου επιτρέψουν τα μεγάλα κεφάλια... ('Αραγε θέλουν;) Την δημοσιογραφία.
Είμαι εδώ πέρα ένα μήνα και κάτι ψιλά, σε ένα σπίτι πια που νοικιάσαμε στην Νέα Σμύρνη(με χαμηλό ενοίκιο, ευτυχώς). Λένε ότι η περιοχή που μένω είναι καλή. Φαίνεται άλλωστε. Ο κόσμος καλοντυμένος κατεβαίνει πότε με τις σκάλες μέσα στα καλοσιδερωμένα ρούχα του πότε με το ασανσέρ φορώντας φινετσάτα αρώματα και ύφος αφ υψηλού στο βλέμμα τους. Είναι αυτό το βλέμμα της ακτινογραφίας εξ αποστάσεως που σου διαπερνά την ραχοκοκαλιά και φτάνει στην ψυχή σου. Αυτό το βλέμμα που μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα γνωρίζει ποιος είσαι, ποιος θα ήθελες να είσαι, τι σκέφτεσαι, γιατί το σκέφτεσαι, αν είσαι καλός άνθρωπος, αν έχεις στόχους και αν τελικά θα τους πετύχεις σε βάθος χρόνου. Κάποιες φορές, αν το βλέμμα είναι εκπαιδευμένο, μπορεί να βρει και πότε έκανες το τελευταίο τσεκ απ στο νοσοκομείο.
 Γύρισα πολλά γραφεία, χτύπησα πόρτες... Ξαναχτύπησα πόρτες μη και δεν άκουσαν καλά οι ιδιοκτήτες τους και δεν μου έκαναν σινιάλο να μπω να πούμε και να βρεθεί μια λύση. Το μοίρασμα των βιογραφικών μου, έχει ξεπεράσει σε αριθμό τα κουπόνια πίτσας που μοιράζουν οι υπάλληλοι στα διόδια της Λαμίας. Ίσως να έχουν και την ίδια μοίρα με τα κουπόνια: Τα σκουπίδια. Ποιος ξέρει... Το μόνο που ξέρω είναι ότι χρειάζομαι δουλειά, όχι για να μοιράσω αυτόγραφα, όπως εύχονταν πολλές συμφοιτήτριες μου, όχι για να αγοράζω ακριβά αμάξια και αυτοκίνητα, όχι για να τα φτιάξω με μεγαλοεπιχειρηματίες προκειμένου να με κάνουν φίρμα και να τα πάω καλύτερα, όχι για να τα πάρω κάτω από το τραπέζι και να πουλάω μούρη μέσα σε ψέματα και ένα σωρό αρλούμπες μέσα στην μούρη των άλλων, αλλά για να μπορώ να συντηρήσω τον εαυτό μου. Να έχω χρήματα να πληρώσω το ενοίκιο μου, τα κοινόχρηστα, το φαγητό μου.
Αυτοί την ώρα, φαντάζομαι την αγωνία κάποιων στα μάτια τους. Την αγωνία για να μάθουν αν όλα όσα ακούγονται για την Αθήνα, είναι αλήθεια. Αν είναι μία ζούγκλα και αν οι άνθρωποι της είναι αγρίκοι... Αν το καλαμάκι είναι σουβλάκι και όλα αυτά τα πανέμορφα που λέμε συνήθως στις καφετέρειες και γελάμε και κάνουμε ιστορίες για αρκούδες και τιγράκια... Ενα θα σας πω, λοιπόν και θα κλείσω.
Ζούγκλα είναι η ανθρώπινη συμπεριφορά και όχι οι πόλεις στις οποίες κατοικεί το σώμα μας. Ενώ οι γύρω μας πεινάνε, δεν τους δίνουμε τροφή, παρά μόνο για σχόλια μέσω της συμπεριφοράς μας. Κι αν ακόμη ταϊσουμε κάποιον, θα του φάμε την ψυχή, γιατί θα του κοπανάμε πάντοτε το πόσο καλό του κάναμε.

Κυριακή 31 Μαρτίου 2013

Θα σου τηγανίσω ψάρια...

Tα μνημόσυνα ποτέ μου δεν τα λάτρεψα. Ίσως ήταν και ότι πιο άχρηστο για μένα. Βέβαια, ο παππάς πάντα έλεγε ότι βοηθάει στην σωτηρία της ψυχής. Του νεκρού, να φανταστώ, γιατί από κοτσομπολιό άλλο τίποτα.
Και τι φόρεσες και πως το φόρεσες και τι είπες και πού το είπες;
Πόσο χρόνο ξοδεύεις για τον εαυτό σου και πόσο για τα παιδιά σου;
Είσαι καλή νοικοκυρά; Ικανοποιείς τον άντρα σου; Σ'αγαπάει η πεθερά σου;

Κλείσαμε ένα χρόνο για τον παππού. Αλλά τον νιώθω πάντα δίπλα μου. Είναι από τις λίγες φορές που κλείνω τα μάτια μου και τον νιώθω κοντά μου. Είναι εκεί και με κοιτάζει και χάνομαι στην αγκαλιά του όποτε το έχω ανάγκη και μου τραγουδάει... Μου τραγουδάει...
Θα σου τηγανίσω ψάρια σαρδελίτσες πεταχτές...
Α, ρε παππού. Οσο ήσουν εσύ ζωντανός τα πράγματα ήταν σε μια σειρά. Σπάνια τσακωνόμασταν και αν το κάναμε ήταν για λίγο. Κι όποτε ήταν πολύ... Είχαμε εσένα. Να μας μιλάς για τα παλιά τα χρόνια και να ξεχνιόμαστε... Εμείς οι μικροί...
Οχτώ η ώρα είμασταν στην εκκλησία. Κανονικά, έπρεπε να είμασταν πιο νωρίς εκεί... Αλλά δεν ξυπνούσαμε εύκολα. Την προηγούμενη δεν είχα ύπνο. Πάντα όταν αλλάζω μέρος δυσκολεύομαι να βολευτώ. Με τσίμπησαν και ψύλλοι. Χρόνια είχε να μου συμβεί.
Τον παππά δεν τον είδα. Ηπια καφέ και λίγο λικέρ. Με έτσουξε το στομάχι και έφυγα. Όχι για αυτό, αλλά με φιλούσε κόσμος που δεν ήξερα και είμαι περίεργη με αυτά.
Στο καπάκι έκανα ένα γύρο στην εκκλησία. Καθαρός ουρανός αν και μουντός. Τα χορτάρια φρέσκα από την βροχή και η πόρτα από τα νεκροταφεία βαριά. Δεν μπήκα μέσα. Δεν ήθελα. Μπήκα στο αμάξι και έφυγα με την θεία μου για το σπίτι.

Δευτέρα 4 Μαρτίου 2013

Αυτό μας έλειπε

Kαι εκεί που καθόμασταν στο παγκάκι βγήκε από το ξενοδοχείο σαν σίφουνας ο Τρύφωνας Σαμαράς με το μαλλί κατάξανθο και  μπούκλα αλά Βιουγουκλάκη στο η δασκάλα με τα χρυσά μαλλιά...
Η αλήθεια είναι πως δεν είχα καμία όρεξη να τρέξω από πίσω του για αυτόγραφο ή για όλα αυτά τα χαζά, αλλά μιας και δεν είχαμε τι να κάνουμε και είμασταν σε ένα παγκάκι και προβληματιζόμασταν για την φάση με τον Ηλία, είπαμε να τρέξουμε να τον προλάβουμε.
Αρχίσαμε να τρέχουμε τόσο γρήγορα που μόνο η δάδα μας έλειπε και οι ολυμπιακοί αγώνες. Σε κάποια φάση, γλίστρισε το χέρι μου από την Καίτη και έπεσα κάτω. Ο Τρύφωνας δεν είχε βρει αυτό που ήθελε και ήταν τώρα σε ένα άλλο περίπτερο. Τον βλέπαμε ακόμη. Δεν φιλοτιμήθηκε κανένας να με σηκώσει και έτσι περιμέναμε τον Γιάννη. Χάσαμε πολύτιμο χρόνο βέβαια, γιατί μας έπιασε το φανάρι το οποίο ήταν αρκετό για να μας ξεγλιστρήσει και να φύγει. Είχε μαζί του και ένα μακιγιέρ από όσο προλάβαμε να δούμε. Πήγαμε Αριστοτέλους - Τσιμισκή και τίποτα. Περπατήσαμε λίγο ακόμη, αλλά δεν.
Κουράστηκα τόσο που αν τον έβλεπα μπροστά μου, θα του την έλεγα χωρίς λόγο. Λέγαμε χαζά στο δρόμο και γελούσαμε. Τουλάχιστον το διασκεδάσαμε. Αποφασίσαμε να γυρίσουμε για να του αφήσω μήνυμα στο ξενοδοχείο. Δεν ξέρω τι ακριβώς θα του έλεγα. Σπουδάζουμε δημοσιογραφία εξάλλου. Ίσως να μην τρέχει τόσο πολύ. Ξεθεωθήκαμε. Α, ρε Τρύφωνα...

Ο Ηλίας

Μου θυμίζει κάτι ταινείες κωμικές... Εκεί που ο άντρας είναι απελπιστικά χαμηλής αυτοεκτίμησης και κάνει ότι του κατέβει στο κεφάλι για να κατακτήσει όλο και περισσότερες γυναίκες για να τονώσει το ηθικό του έστω και για λίγα λεπτά της ώρας...
Τον Ηλία τον γνώρισα λίγο πριν το καλοκαίρι, μέσω ενός γνωστού. Μεταλάς και με δικό του γκρουπάκι. Γύρω στα 23 με μουσάκι, μακριά μαλλιά και καστανά μάτια. Συνήθως βλέμμα απλανές και αργή ομιλία, με πανέμορφο όμως χαμόγελο και χροιά φωνής. Δεν ήταν χιουμορίστας, αλλά αδέξιος και γελούσαμε με αυτά που έκανε στο τέλος.
Αρχίσαμε να μιλάμε περισσότερο και να κανονίζουμε για να βγούμε. Στην αρχή με γοήτευσε, γιατί έλεγε ότι του άρεσαν οι στίχοι μου και με ήθελε στο συγκρότημα πάση θυσία. Φυσικά και δεν έκανα κάτι παραπάνω με αυτό, γιατί εμένα το άχτι μου ήταν να γράφω ερωτικές μπαλάντες τύπου Βέρτη - Χατζηγιάννη και όχι τα ντάμπα ντούμπα του Ηλία.
Κάποιες φορές ήρθε στο σπίτι μου, κοιμήθηκε εδώ. Αρχισε να νιώθει αλλιώς και να μου λέει πως με θέλει. Πήγε διακοπές και ύστερα χαθήκαμε για λιγάκι, επειδή πήγα και εγώ και οι δικές μου διακοπές είναι πάντα σε απομονωμένα μέρη χωρίς τηλέφωνα και λοιπή επικοινωνία.
Όταν γύρισα, αποφασίσαμε να πάμε σε μια συναυλία. Ήταν να έρθει από την σχολή για να με πάρει, αλλά δεν ήρθε ποτέ και δεν έμαθα το λόγο. Δεν με ένοιαξε και πολύ, γιατί στην συναυλία πήγαμε κανονικά και δεν υπήρξε κανένα σοβαρό πρόβλημα ως προς το πως περάσαμε. Χαθήκαμε. Λίγο εγώ λίγο αυτός. Λίγο οι δουλειές.
Σήμερα γνώρισα μια κοπέλα που έκανε παρέα με την Καίτη. Λίγο γεματούλα με πίρσινγκ στην μύτη, ροζ κραγιόν και μπλε φόρμες.  Ήταν χαρούμενη, γιατί θα ερχόταν το αμόρε της που είναι δυο μισι και κάτι λίγα χρόνια μαζί και θα πηγαίνανε για φαγητό να χαλαρώσουν. Χάρηκα και εγώ και της είπα πού να πάνε και της πρότεινα και καλά μαγαζάκια με φαγητό και φθηνό, αλλά γευστικό ποτό. Μας είπε ότι τον λένε Ηλία, αλλά δεν δώσαμε σημασία. Αλλωστε έχει τόσους πολλούς...
Και σκάει μύτη ο Ηλίας. Ο ΓΝΩΣΤΟΣ ΗΛΙΑΣ. Ο ΜΕΤΑΛΑΣ. ΧΩΡΙΣ ΜΑΚΡΙΑ ΜΑΛΛΙΑ ΚΑΙ ΜΕ ΚΑΠΕΛΟ. Τα έκοψε γιατί θα πήγανε στρατό και καλά. Πάγωσε όταν με είδε. Πήγε να μας συστήσει η κοπέλα του, αλλά γνωριζόμασταν ήδη. Παράλληλα, γνωριζόταν και με την Καίτη και με την Ρίτα. Το ίδιο διάστημα που έβγαινε μαζί μου, έβγαινε και με αυτές και είχε και σχέση με την κοπέλα που λέγαμε. Δεν του είπαμε κάτι φυσικά, όχι για αυτόν. Την κοπέλα σκεφτήκαμε...

Κυριακή 3 Μαρτίου 2013

Ο καθρέφτης

Είναι και αυτές οι μέρες που βάζεις απέναντι τον εαυτό σου και μέσα από έναν καθρέφτη που κάποιοι τον ονομάζουνε ψυχή, κοιτάς τις κινήσεις σου... Είναι πολλά αυτά που σε ενθουσιάζουν και άλλα τόσα αυτά που δεν σε κάνουν να πετάς στα σύννεφα... Γιατί σύννεφα κάλυψαν τα γεγονότα και χάθηκες μέσα σε αυτά με συνοπτικές διαδικασίες δίχως καν να το καταλάβεις...
Κάποιοι λένε, πως ο καθρέφτης αυτός, αλλάζει και διαμορφώνεται ανάλογα με τα βιώματα και τα θέλω του καθενός... Μαθαίνει να προσαρμόζεται και να δίνει τις απαντήσεις την σωστή ώρα, την σωστή στιγμή... Η ερμηνεία των απαντήσεων βέβαια, είναι άλλο, πονεμένο κομμάτι...
Το τσάι είναι έτοιμο και εσύ κοιτάς την σόμπα. Θυμάσαι τα ξύλα που αγόρασες, φτάνεις στην τιμή τους συγχύζεσαι και φεύγεις από το σπίτι να πας να δείρεις ένα φίλο σου που δεν σου έδωσε τα δανεικά εδώ και ένα χρόνο. Το τσάι παραμένει στο κατσαρολάκι και κρυώνει.

Σάββατο 23 Φεβρουαρίου 2013

H Συνέχεια

Oι γονείς μου στην πραγματικότητα, μετά το γεγονός αυτό, απομακρύνθηκαν ο ένας από τον άλλον. Ο κόσμος τους έβλεπε μαζί, αλλά οι σπιτικοί ήξεραν την αλήθεια. Παιδικό δωμάτιο δεν απέκτησα ποτέ. Ποτέ όσο ζούσε η μαμά με τον μπαμπά. Συνήθως κοιμόμουν ανάμεσα τους, στο κρεβάτι τους. Έλεγαν πως δεν χωράω αλλού. Εγώ όμως ένιωθα πως όλο αυτό ήταν απλά δικαιολογία. Από τα παιδιά, εξάλλου δεν κρύφτηκε κανείς.
Τις περισσότερες φορές κούρνιαζα σε εμβρυϊκή στάση και δεν ακουμπούσα κανέναν από τους δύο. Ένιωθα την ανάσα τους να πάλεται πάνω στο στρώμα, αλλά μέχρι εκεί. Έκλεινα τα μάτια και έσφιγγα τις παλάμες μέχρι να με πάρει ο ύπνος.
Τον μπαμπά τον φοβόμουν και τον αγαπούσα ταυτόχρονα. Ήταν ένας απλησίαστος άνθρωπος που όμως μου άνηκε. ίσως να μην ήταν έτοιμος να γίνει πατέρας τότε. Δεν θυμάμαι να παίξαμε ποτέ, όπως κάναμε με την μαμά. Συνήθως, μαζεύονταν στο σπίτι μουσικοί και καθόταν μαζί τους για να παίξουν. Την ημέρα κοιμόταν και την νύχτα έλειπε. Όσοι τον ξέρουν λένε, ότι είναι ένα εργατικό παιδί με μεράκι και ταλέντο. Δεν αμφιβάλλω. Αλλά εγώ δεν ήμουν ούτε κλαρίνο ούτε αρμόνιο ούτε ντραμς. Θα μου άρεσε να ήμουν μόνο και μόνο για να έχω μια ευκαιρία να ασχοληθεί μαζί μου τότε που τον είχα πραγματικά ανάγκη και τον ζητούσα να είναι δίπλα μου να μου κρατά το χέρι και να μου χαίδευει τα μαλλιά. Χωρίς υποσχέσεις και λοιπές βαριές κουβέντες. Απλά να είναι εκεί.
Τύχαινε να μπαίνω μέσα στα νοσοκομεία για εγχειρήσεις και να με στηρίζουν μπαμπάδες από άλλα παιδάκια. Να μου κρατάνε το χέρι και να μου λένε πως ο μπαμπάς όπου να ' ναι θα ΄ρθει. Ήξερα ότι δεν θα έρθει και δάκρυζα. Αυτοί δεν τον γνώριζαν και το έπαιρναν απλά σαν... παιδική αδυναμία.
Αδύναμη δεν ήμουν ποτέ πραγματικά. Πάντα είχα το κουράγιο να τολμώ. Για να αποδεικνύω στους άλλους πως αφού τα κατάφερα εγώ, τότε μπορούσε άνετα να τα καταφέρει ο οποιοσδήποτε...

Τρίτη 19 Φεβρουαρίου 2013

Σύγχρονη Σταχτοπούτα

H μαμά μου ήταν ένα πλασματάκι που πέρασε τόσα πολλά. Οι γονείς της την άφησαν από έννια ημερών να μεγαλώσει με την γιαγιά και έφυγαν για την ξενιτιά μπας και βρουν δουλειά. Χρόνια δύσκολα τότε. Τα μόνα δώρα που έπαιρνε ήταν τα χριστούγεννα. Μερικές κούκλες πλαστικές που της έστελναν η γιαγιά και ο παππούς από το εξωτερικό.
Τους γονείς της τους είδε στα δώδεκα όπου και επέστρεψαν για λίγο στην Ελλάδα για να αφήσουν και τον θείο μου, ο οποίος ήταν ήδη δύο χρονών τότε. Ο παππούς με την γιαγιά έκαναν άλλο ένα κοριτσάκι, το οποίο το κράτησαν μαζί τους ώσπου πήγε η μαμά μου δώδεκα χρονών και τους πήραν μαζί τους στην Γερμανία.
Επειδή η γιαγιά μου και ο παππούς μου δούλευαν ως αργά το βράδυ, η μαμά έπρεπε από τα δώδεκα της να πηγαίνει στο σχολείο, να κάνει τα μαθήματα της, εξωσχολικές δραστηριότητες, να προσέχει τα αδέρφια της, να μαγειρεύει, να πλένει, να σιδερώνει και να κρατάει γενικώς το σπίτι πεντακάθαρο. Σύγχρονη Σταχτοπούτα.
Κάποτε θέλησε να ξεφύγει από όλο αυτό. Γνώρισε τον πατέρα μου. Μουσικός στο επάγγελμα και δέκα χρόνια μεγαλύτερος από αυτήν. Αυτήν δεκαέξι μόλις. Αρραβωνιάστηκαν και έμειναν στο σπίτι του. Στο ίδιο σπίτι, έμενε η μαμά του μπαμπά μου, ο μπαμπάς του η αδερφή του και η γιαγιά του όσο έζησε. Κι μπαμπάς του μπαμπά μου, μουσικός ακόμη. Το ταμείο το διαχειριζόταν πάντα η μαμά του μπαμπά μου και ακόμη και ένα χαρτομάντηλο να ήθελες να πάρεις, έπρεπε να έχεις την άδεια της. Το κακό στην υπόθεση ήταν ότι η γιαγιά μου δεν την ήθελε για νύφη της. Και αντί να γλιτώσει από την ζωή που είχε η μαμά μου, έπεσε μέσα σε ένα λάκο με φίδια που την έτρωγαν κάθε μέρα. Καθάριζε και εκεί το σπίτι και υπηρετούσε ξανά άτομα. Τόσο πολλή δυσκολία, που πριν από μένα είχε δύο αποβολές λόγω έλλειψη ξεκούρασης. Αργότερα, έμεινε έγκυος ο θεία μου και η μαμά μου, αν και έγκυος επίσης, είχε να προσέχει και τον ξάδερφο μου, επειδή η θεία μου έπρεπε να συνεχίσει τις σπουδές της και δεν γινόταν να παίρνει τον μπέμπη μαζί στην σχολή για να γράφει και να περνάει διαγωνίσματα.
Ύστερα από όλα αυτά τα βάσανα, έσπασαν τα νερά της στον πέμπτο μήνα. Νοσηλεύτηκε για ένα μήνα στο νοσοκομείο κάτω από ειδική αγωγή και τελικά μπήκε στο χειρουργείο ένα μήνα μετά για να με γεννήσει. Στην αρχή οι γιατροί έλεγαν να με βγάλουν με καισαρική, όμως η μαμά μου ήθελε να με γεννήσει φυσιολογικά, γιατί πίστευε πως δεν θα μπορέσω να ζήσω διαφορετικά, λόγω του ότι ήμουν πολύ μικρή.
Έκανα γύρω στις 38-48 ώρες να γεννηθώ. Εκείνη την μέρα θα μπορούσαν να δουν και η μαθητευόμενοι γιατροί πώς γίνεται μία φυσιολογική γέννα σε πραγματικές καταστάσεις. Ο γιατρός τους έβαλε να καθαρίζουν κουτάλες και αφού είδε ότι εγώ αργώ να γεννηθώ, αποφάσισε να πάει για έναν καφέ, γιατί υπολόγιζε ότι σαν πρώτη γέννα και μετά από τόση αργοπορεία, έχω μέλλον ακόμη.
Πέντε με δέκα λεπτά αφού έφυγε ο γιατρός, η μαμά μου ένιωσε ένα πολύ δυνατό πόνο και φώναξε πως γεννάει. Ένας μαθητευόμενος που ασχολούνταν ακόμη με τις κουτάλες που του είχε αναθέσει ο καθηγητής του, γύρισε ξαφνιασμένος και με χτύπησε με την κουτάλα στο κεφάλι κατά λάθος. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να μου δημιουργηθεί ένα αιμάτωμα.
Οι γιατροί είπαν στους γονείς μου ότι θα μείνω φυτό και τους πρότειναν να με αφήσουν σε κάποιο ίδρυμα. Όπως έλεγαν, δεν θα μπορούσα να σταθώ ποτέ στα πόδια μου, να μιλήσω και να δω. Ο πατέρας μου, πάντα ήθελε αγόρι και δεν ήμουν. Είχε πει πως είναι καλύτερα να με αφήσουν εκεί και να προσπαθούσαν να κάνουν άλλο παιδάκι κάποια στιγμή. Όμως, η μαμά μου ύστερα από δύο αποβολές και ένα τάμα που είχε κάνει, αποφάσισε να με κρατήσει και να τρέξει μόνη της στους γιατρούς μαζί μου αν χρειαστεί.
Κάπως έτσι, φύγαμε στο εξωτερικό για να αφαιρέσουμε το αιμάτωμα. Πάνω στην εγχείρηση σταμάτησε η καρδιά μου και οι γιατροί προσπάθησαν να με επαναφέρουν με χίλιους δύο τρόπους. Ύστερα από αρκετές μέρες, είπαν στην μαμά μου για το χαρτί θανάτου ή όπως αλλιώς λέγεται και της ζήτησαν να καλέσει τους συγγενείς σε περίπτωση που μέχρι την άλλη μέρα δεν συνελθώ για να γίνει η μεταφορά του σώματος και στο τέλος η κηδεία μου. Για καλή μου τύχη ή θαύμα, εκείνη την ημέρα η καρδιά μου άρχισε να λειτουργεί ξανά και να έχει κανονικό παλμό.
Όταν αποφασίσαμε να γυρίσουμε στην Ελλάδα, ήταν η περίοδος άνθισης της αεροπειρατείας. Κι επειδή πίστευαν ότι υπάρχει κρυμμένος εκρηκτικός μηχανισμός στο κεφάλι μου, μου έβγαλαν τις γάζες για να βεβαιωθούν ότι δεν υπάρχει τίποτα ύποπτο.
Έτσι έμεινα μέχρι τριών χρονών στην Γερμανία και όπως είπα και σε προηγούμενο ποστ, έκανα γενέθλια με τους γιατρούς μόλις έκλεισα τον πρώτο χρόνο ζωής μου. Για τους γιατρούς, ήμουν πάντα ένα αγγελούδι.
Συνεχίζεται...

Κυριακή 17 Φεβρουαρίου 2013

Ο Μπαμπάς Μου

Με πήρε ο μπαμπάς τηλέφωνο……
58 δευτερόλεπτα κλήση!!!!!!!!!!!!!
Καλύτερα να μην παίρνει καθόλου….
Με κάνει να τον θυμηθώ και μέχρι να τον θυμηθώ……Το κλείνει!
Την τελευταία φορά που τον είδα ( Τα Χριστούγεννα πρέπει να ήταν)….Μαζί με κάτι σοκολάτες, μου έδωσε και δυο τρεις φωτογραφίες του με κάτι συγγενείς από την Αμερική…..
Οι συγγενείς με άφησαν αδιάφοροι…..Ούτε που τους είχα ξαναδει…..
Και να τους είχα δει δεν τους θυμόμουν……
Ενώ ο μπαμπάς για μένα φάνταζε σαν κάτι το απογορευμένο…..
Κάθε φορά που τον νοσταλγώ και το λέω στη μαμά……Νευριάζει και λέει ότι δε με μεγαλώνει αυτός τόσα χρόνια, αλλά ο Άρης και του οφείλω πολλά……Και πως αυτός ο άνθρωπος είναι συγγενής μαζί μου μόνο στα χαρτιά……
Πέρασε πολλά μαζί με το μπαμπά η μάνα μου…..
Μικροπαντρεύτηκε και κρεμάστηκε από πάνω του…..
Αν και δε τη δικαιολογώ....
Του'κανε κι αυτή με τη σειρά της πολλά.....
Επειτα ορμήξαν τα σόγια κι άρχισε το πατηρντί………
Δεν παύει όμως να είναι πατέρας μου…..
Να ρέει το ίδιο αίμα στις φλέβες μας και να έχω αδέρφια από αυτόν……
Στα όποια μακάρι η αίχρα που προσπαθεί να σπείρει η γυναίκα του για μένα, να μην τα αγγίξει…
Δεν φταίω εγώ αν δεν ταιριάξαν……
Κι ούτε της πήγα κόντρα επειδή παντρεύτηκε το μπαμπά…….
Της πήγα κόντρα επειδή δεν με άφηνε να επισκέπτομαι τον μπαμπά…
Κακά τα ψέματα……Το σπίτι είναι του μπαμπά….
Είμαι παιδί του και θα τον βλέπω...
Είμαι κομμάτι του…
Τι σημασία έχει αν έχει κι άλλα παιδιά;
Όλα το ίδιο δεν είμαστε;
Ισως τα άλλα να τα πονάει πιο πολύ, γιατί τα μεγαλώνει...
Αλλά…..Εγώ;;;;
Δεν θα υπάρχω κάπου κι εγώ μες την καρδιά του;
Σίγουρα... Σίγουρα... Κάπου μέσα του...
    

Σάββατο 9 Φεβρουαρίου 2013

Ίσως κάποια μέρα να γίνω άνθρωπος

Ίσως κάποια μέρα να ανήκω στους ανθρώπους... Σε αυτούς που παρατηρούσα από μωρό σε μια απλή βόλτα στο πάρκο, σε μια απλή αναζήτηση στην λαϊκή αγορά... Εκείνους τους βιαστικούς, με τις βαριές τσάντες που το ρολόι τους το είχαν σύμμαχο και εχθρό ταυτόχρονα. Ντρέπομαι και λυπάμαι όταν το είδος αυτό εξευτελίζεται τόσο πολύ στον πέρασμα των χρονών. Βλέπεις γιαγιάδες με πολύχρωμα ρούχα και τσεμπέρια στο κεφάλι να κουτσένουν και να χαμογελούν, νομίζεις πως θα πέσουν και κάνεις την κίνηση για να τους δώσεις το χέρι σου να στηριχτούν... Ύστερα ανακαλύπτεις πως το βάδισμα τους είναι μια χαρά και γρηγορότερο και από ελάφι ακόμη... Απλά κοροϊδεύουν εσένα. Όλα είναι ένα δυνατό αντικαθρέπτισμα. Από τον τρόπο που κινείσαι μέχρι τον τρόπο που σκέφτεσαι και υπάρχεις. Σκέφτεσαι να την βρίσεις για να καταλάβει αυτό που είναι, μα... Κάτι σε κρατάει και δεν το κάνεις. Ισως τελικά, μεγαλύτερη σημασία να έχει να μάθεις ποιος είσαι εσύ και σε ποιον δρόμο βαδίζει η ψυχή σου... Δεν ξέρω αν είναι ο σωστός δρόμος και δεν ήξερα ποτέ για να πω την αμαρτία μου, αλλά όπου πάει το ρέμα της αλήθειας και της συνέπειας πάμε και εμείς... Ετσι έλεγε ο παππούς μου και αν και δεν ζει τώρα, δεν είναι λίγες οι φορές που μου λείπει. Ήταν αυτός που διδάχτηκε από πρώτο χέρι στην οικογένεια μας τις δυσκολίες της ζωής κι ύστερα τις μάθαμε και εμείς. Είτε ακούγοντας είτε βιώνοντας. Μερικές φορές, το να βιώνεις είναι καλύτερο γιατί δεν κοιτάς μόνο την καμπούρα του άλλου, αλλά και τρόπους για να βελτιώσεις τον εαυτό σου ένα κομματάκι παραπάνω. Πάει σχεδόν ένας μήνας που έχω τους πάτους στα παπούτσια μου. Υποτίθεται θα είχα καλύτερη ισορροπία και θα πατούσα πιο ίσια στο περπάτημα. Μια μικρή διαφορά την βλέπω. Αν όχι εγώ, οι γύρω μου σίγουρα. Σπάνια το παραδέχονται. Για δύο λόγους: 1. Για να μην επαναπαυτώ όσοι με αγαπάνε 2. Γιατί ο εγωισμός τους έχει φτάσει το ταβάνι και αν ήταν η ζήλια ψόρα, θα κολλούσε η χώρα όλη. Είναι πολύ ρατσιστικό να ακούς από κάποιους ότι οι <<ανάπηροι>> αν θα μπορούσα να με χαρακτηρίσω έτσι, γιατί δεν θεωρώ με ένα απλό κούτσεμα να μπαίνω σε αυτήν την κατηγορία, δημιουργούν την δική τους κλίκα και σε απομονώνουν, την ίδια ακριβώς στιγμή που οι αρτιμελείς κάνουν ακριβώς το ίδιο αφήνοντας σε στο περιθώρια. Ισες και καλά αξίες και ευκαιρίες δουλειάς, ίση αντιμετώπιση στην παρέα και στην  πρώτη ευκαιρία σου πετάνε τα καρφιά το ένα μετά το άλλο. Ειδικά στις εξόδους που εσύ δεν φοράς τακούνια και δεν χωρεύεις και δεν είσαι δύο μέτρα ύψος με ψεύτικη βλεφαρίδα και αη λάινερ να ανεμίζει. Βασικά, δεν ξέρω κατά πόσο με πειράζει πια... Θέλω να το αντιμετωπίσω και να γίνω καλά. Κάποια μέρα θα γίνω και θα τα πάω και περίφημα. Και θα έχω μάθει να ζω και τις δυο πλευρές και θα το ευχαριστηθώ παραπάνω. Θα έχω μάθει να αγαπάω τα ίδια πόδια που κάποτε μισούσα και έκλαιγα επειδή τα είχα. Δεν είναι εύκολο να σε αγαπάς τελικά, είναι μεγάλη υπόθεση να αγαπάς τον εαυτό σου και να ξοδεύεις ενέργεια για αυτόν στην σωστή δόση και κλίμακα. Συνήθως λέμε ότι μας αγαπάμε βέβαια. Είναι αυτό που το λες για να το πεις στους άλλους και κρυφά ελπίζεις πως θα το ακούσεις και εσύ... Όλα ξεκινάνε από την μοναξιά. Αυτή μας βάζει μέσα στα δίχτυα της κατάθλιψης. Αν και κανονικά, δεν θα έπρεπε. Ούτος ή άλλος, μόνοι μας γεννιόμαστε και μόνοι μας φεύγουμε από δω. Οκ, ίσως να μην είμαστε και τόσο μόνοι μας αν λάβω υπόψην μου το θρησκευτικό κομμάτι. Όμως μόνοι μας επιλέγουμε κάποια πράγματα. Κι ας ελπίσουμε η επιλογή μου να γίνω καλά να πιάσει τόπο. Ίσως να ήρθα να μάθω τον εαυτό μου και να μάθω μέσα από αυτό σε κάποιους άλλους να σέβονται, ίσως να μην το χειρίστηκα καλά ως τώρα αλλά ένα είναι το ζητούμενο. Αν ο άνθρωπος είναι αδύναμο ον, τότε και οι δυο πλευρές είναι αδύναμες. Οι μεν να αποδείξουν ότι ο ελέφαντας δεν είναι καμήλα και οι δε να το κατανοήσουν. Όπως εσύ έχεις ανάγκη για να πιεις νερό, να φας, να ψυχαγωγηθείς, να κρατήσεις την ψυχολογία σε ένα σταθερό επίπεδο έτσι ακριβώς νιώθει και ο εκάστοτε ανάπηρος που αποκαλείς εσύ με τόση ευκολία και αλαζονία στην γλώσσα σου χωρίς να διαχωρίζεις τις κλίμακες και χωρίς να αναγνωρίζεις τα χωράφια που πας να αγγίξεις με τόσο θράσσος. Και να σου πω και κάτι... Ανάπηρος δεν είναι αυτός που θα βρει χίλιους τρόπους να κάνει κάτι που εσύ το κάνεις με ένα συγκεκριμένο τρόπο και απλά δεν ψάχτηκες παραπάνω γιατί σε θεώρησαν απλά φυσιολογικό... Και δεν είμαι επιθετική... Απλά σήμερα πήρα θέση σε όλα τα χαζά που άκουγα τόσο καιρό. Χρειάζεται και η πιπίλα σε κάποιους, άδικα φλύαρους καμιά φορά. Και ένα μεγάλο μπράβο σε αυτούς που ξεπερνάνε το θάνατο και περπατάνε ξανά και χαμογελάνε ξανά και κάνουν μια καινούρια αρχή και λένε υπάρχει Θεός και βοηθάνε κόσμο... Απλά, μικρά θαύματα... Κούρασα σήμερα. Σιωπώ.