Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΤΑΞΙΔΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΤΑΞΙΔΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 24 Ιανουαρίου 2014

Είμαι ότι είσαι

Aυτές τις μέρες επισκέφτηκα το χωριό μου. Είχα πολύ καιρό να πάω. Μύριζε αναμνήσεις, καλοκαρδοσύνη, οικειότητα, καλομαγειρεμένα φαγητά και αγάπη. Από αυτήν την φτωχική, αλλά απλόχερα δοσμένη μέσα σε μια καλημέρα, σε ένα διάχυτο χαμόγελο, σε μια εγκάρδια χειραψία.
Περπάτησα στα δρομάκια, με ένα μπουφάν ριγμένο επάνω μου και με μια φωτογραφική μηχανή στο χέρι, η οποία ήθελα να είναι η προέκταση του ματιού μου για να μην χάσω ούτε ένα πόντο από αυτήν την παραδεισένια ομορφιά που μόνο γαλήνη μπορούσε να με γεμίσει.
Ο αέρας χάϊδευε απαλά τα φύλλα των δέντρων που σούρνονταν λες και ήθελαν να κρύψουν τις νεράιδες που είχαν στα σπλάχνα τους, να τις αφήσουν να ξεκουράσουν τα κορμιά τους ώστε να μπορέσουν να παραδοθούν στον αιθέριο χορό τους άπαξ και νυχτώσει για τα καλά.
Ο ήλιος ελάχιστος, αλλά γλυκός, ήταν εκεί για να φωτίζει τα βήματα των περαστικών που μάζευαν καταμετρώντας τα άλογα, τα κατσικάκια και τις κοτούλες τους στην στάνη και τα κοτέτσια, μοιράζοντας τους δροσερό νερό και άφθονη, διαλεγμένη τροφή για να τα ευχαριστήσουν για όσα τους προσφέρουν καθημερινά, χωρίς να ζητούν ανταλλάγματα.
Λίγο παρακάτω τα παγκάκια, κατεστραμένα από το χρόνο, χωρίς να χάνουν τον αγέρωχο εαυτό τους, κρατούν ακόμη επάνω τους χαραγμένα τα ονόματα μας, προσμένοντας την επιστροφή την δική μας, αλλά και των πάμπολων αναμνήσεων μας από τις παιδικές στιγμές.
Μια φωνή που δεν σβήνει ποτέ και χαχανίζει στα κρυφά κάπου μέσα στον ενήλικο εαυτό που με κόπο και δόλο αποκτήσαμε  δοκιμάζοντας την χαρισμένη φορεσιά της κοινωνίας και εναλλάσεται μέσα από αντικαθρεφτίσματα μικρών παιδιών που παίζουν στις αλάνες ξέγνοιαστα, τρέχοντας στις κουνιές, με ένα ποδήλατο ή με μια μπάλα στο χέρι, κοιτούν τον ουρανό κατάματα και ονειρεύονται το μέλλον μέσα από τις παρομοιώσεις των συννέφων και των αντανακλάσεων...
<< Όταν μεγαλώσω θέλω να γίνω... >> το παράδειγμα προς όλους τους μεγάλους που προσπαθούν να μας αλλάξουν και δήθεν να μας συνετίσουν σε ένα κόσμο άδικο και ξεφτυλισμένο, με διέκοψε με σταθερή φωνή ένα οχτάχρονο παιδάκι με ξανθά μαλλάκια, καταγάλανα μάτια που μέχρι και ο ουρανός θα ζήλευε, ορφανό από γονείς εδώ και ένα χρόνο και εγκατελειμένο από τις παρέες του υπόλοιπου χωριού.
Μου κέντρισε το ενδιαφέρον. Ήθελα να μάθω τόσα για αυτό το πλάσμα. Την καθημερινότητα του, τον τρόπο σκέψης του, τα αγαπημένα του μέρη. Του ζήτησα να περάσουμε μια μέρα μαζί και όλοι με αγριοκοίταξαν λες και ήθελα να σκοτώσω κάποιο από τα ζωντανά τους ή να τους κλέψω τα περιουσιακά στοιχεία τους. "Αυτό είναι κακομαθημένο", μου είπαν "Από τότε που έχασε τους γονείς τους βγάζει επιθετικότητα σε όλα τα παιδάκια, φτύνει το φαγητό του, λέγοντας πως δεν είναι σαν της μαμάς του, βρίζει...".
Θέλησα ακόμη πιο πολύ να το συναντήσω το απόγευμα και το έκανα. Το παιδί προχώρησε προς το μέρος μου με ένα πάκο γαριδάκια στα χέρια, χαρτομάντηλα στην τσέπη από το μπουφάν του και μια μαγκιόρικη συμπεριφορά που παίδευε την τσίχλα στα μικροκαμωμένα χειλάκια του. Σύντομα ήταν ένα ήρεμο παιδάκι που χαχάνιζε όπως όλα τα άλλα, έπαιζε σαν όλα τα άλλα και εκτίμησε περισσότερο από όλα τα άλλα τον χρόνο που διέθεσα για αυτό.
Κλείνοντας, θα ήθελα να σας παραθέσω μια ατάκα του μικρού και να σας αφήσω για απόψε: Κανένα παιδάκι δεν θέλει να είναι κακό και δεν ξεκινάει με το να είναι κακό. Πολλές φορές γίνομαι κακός και θυμώνω, επειδή και αυτοί το ίδιο κάνουν σε μένα και θέλω να τους δείξω ότι πονάει και δεν είναι όμορφο. Όμως εγώ είμαι απλά ένας αλήτης, που δεν έχει τρόπους και δεν θα αποκτήσει ποτέ και ας έχω πολλούς παραπάνω από αυτούς που με κρίνουν και με απομονώνουν κάθε μέρα από τα σπιτια τους.
Θέλω να ευχαριστήσω τον Θεό που είχα την τύχη να γεννηθώ σε ένα τόσο πανέμορφο τόπο, που είχα την τύχη και την διάθεση των γονιών μου να μου μάθουν να αγαπώ το κάθε τι γύρω μου και να συναντώ τόσο υπέροχα πλασματάκια σαν το παιδάκι που σας περιέγραψα. Καλό απόγευμα ψυχούλες μου. Και μην βιάζεστε να κρίνετε τίποτα και ποτέ. Η αλήθεια είναι παιχνιδιάρα και τις αρέσει να κρύβεται σε πολλές οπτικές γωνίες. Μην αποκτάτε γνώμη για κάτι πριν να είστε σίγουροι πως  τις ανακαλύψετε όλες. Σας φιλώ γλυκά.

Κυριακή 8 Δεκεμβρίου 2013

Αναζητώντας την εργασία

Aγαπημένα μου φιλαράκια, τι μου κάνετε; Εύχομαι να είστε καλά και να περνάτε πανέμορφα, ή τουλάχιστον, να προσπαθείτε να χαμογελάτε όσο και όπως μπορείτε. Κάποιος που είχε σπουδάσει ψυχολογία κάποτε, μου είχε πει πως αν προσπαθήσεις να χαμογελάσεις, στην αρχή θα σκαλώσεις - γιατί θα είναι κάτι που δεν θα το έχεις συνηθίσει, αν δεν στο έχει προκαλέσει κάποιος αυτόρμητα - αλλά σιγά σιγά θα αρχίσεις να συνηθίζεις, να το νιώθεις και να φαίνεσαι χαρούμενος μέσα σου, ακόμη και αν ο κόσμος σου γκρεμίζεται...
Για να πω την μαύρη μου αλήθεια, ποτέ μου δεν τα κατάφερα να το κάνω αυτό. Όποτε ένιωθα άσχημα ή πιεζόμουν από μία κατάσταση, μπορούσαν να το καταλάβουν και οι γύρω μου. Έπαιρναν μάλιστα το θάρρος (θράσσος για μένα) κάποιες φορές να ρωτάνε και να ξανά ρωτάνε τι έχω και γιατί είμαι έτσι. Ενδιαφέρον... Τρίχες κατσαρές. Αν υπήρχε πραγματικό ενδιαφέρον φίλε μου, δεν θα έφτανες στο σημείο να νιώσεις πεσμένος, γιατί θα είχες άτομα δίπλα σου για να σε ανεβάσουν και να σε κρατήσουν σε ένα σταθερό ψυχολογικό επίπεδο και δεν θα ήσουν ένα με το γρασίδι. Κάποιοι βέβαια, θα βιαστούν και θα μου πούνε μα γιατί να τα περιμένεις όλα από τους άλλους και να μην προσπαθήσεις να καταφέρεις κάτι μόνη σου... Κάποιοι άλλοι θα με ρίξουν στην αγκαλιά της εκκλησίας και κάποιοι άλλοι θα συνεχίσουν απλά να αδιαφορούν... Σίγουρα όμως το σημερινό μου θέμα δεν θέλω να το πάω καθόλου προς τα εκεί.

Το σημερινό μου θέμα ταξιδεύει στην Αθήνα, εκεί που βρίσκεται το πνεύμα και το σώμα μου... Εκεί που βρίσκονται οι τελευταίες μου ελπίδες για να βρω δουλειά στο αντικείμενο μου... Σε αυτό που ήθελα να σπουδάσω και να υπηρετήσω για όσο αντέξω και μου επιτρέψουν τα μεγάλα κεφάλια... ('Αραγε θέλουν;) Την δημοσιογραφία.
Είμαι εδώ πέρα ένα μήνα και κάτι ψιλά, σε ένα σπίτι πια που νοικιάσαμε στην Νέα Σμύρνη(με χαμηλό ενοίκιο, ευτυχώς). Λένε ότι η περιοχή που μένω είναι καλή. Φαίνεται άλλωστε. Ο κόσμος καλοντυμένος κατεβαίνει πότε με τις σκάλες μέσα στα καλοσιδερωμένα ρούχα του πότε με το ασανσέρ φορώντας φινετσάτα αρώματα και ύφος αφ υψηλού στο βλέμμα τους. Είναι αυτό το βλέμμα της ακτινογραφίας εξ αποστάσεως που σου διαπερνά την ραχοκοκαλιά και φτάνει στην ψυχή σου. Αυτό το βλέμμα που μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα γνωρίζει ποιος είσαι, ποιος θα ήθελες να είσαι, τι σκέφτεσαι, γιατί το σκέφτεσαι, αν είσαι καλός άνθρωπος, αν έχεις στόχους και αν τελικά θα τους πετύχεις σε βάθος χρόνου. Κάποιες φορές, αν το βλέμμα είναι εκπαιδευμένο, μπορεί να βρει και πότε έκανες το τελευταίο τσεκ απ στο νοσοκομείο.
 Γύρισα πολλά γραφεία, χτύπησα πόρτες... Ξαναχτύπησα πόρτες μη και δεν άκουσαν καλά οι ιδιοκτήτες τους και δεν μου έκαναν σινιάλο να μπω να πούμε και να βρεθεί μια λύση. Το μοίρασμα των βιογραφικών μου, έχει ξεπεράσει σε αριθμό τα κουπόνια πίτσας που μοιράζουν οι υπάλληλοι στα διόδια της Λαμίας. Ίσως να έχουν και την ίδια μοίρα με τα κουπόνια: Τα σκουπίδια. Ποιος ξέρει... Το μόνο που ξέρω είναι ότι χρειάζομαι δουλειά, όχι για να μοιράσω αυτόγραφα, όπως εύχονταν πολλές συμφοιτήτριες μου, όχι για να αγοράζω ακριβά αμάξια και αυτοκίνητα, όχι για να τα φτιάξω με μεγαλοεπιχειρηματίες προκειμένου να με κάνουν φίρμα και να τα πάω καλύτερα, όχι για να τα πάρω κάτω από το τραπέζι και να πουλάω μούρη μέσα σε ψέματα και ένα σωρό αρλούμπες μέσα στην μούρη των άλλων, αλλά για να μπορώ να συντηρήσω τον εαυτό μου. Να έχω χρήματα να πληρώσω το ενοίκιο μου, τα κοινόχρηστα, το φαγητό μου.
Αυτοί την ώρα, φαντάζομαι την αγωνία κάποιων στα μάτια τους. Την αγωνία για να μάθουν αν όλα όσα ακούγονται για την Αθήνα, είναι αλήθεια. Αν είναι μία ζούγκλα και αν οι άνθρωποι της είναι αγρίκοι... Αν το καλαμάκι είναι σουβλάκι και όλα αυτά τα πανέμορφα που λέμε συνήθως στις καφετέρειες και γελάμε και κάνουμε ιστορίες για αρκούδες και τιγράκια... Ενα θα σας πω, λοιπόν και θα κλείσω.
Ζούγκλα είναι η ανθρώπινη συμπεριφορά και όχι οι πόλεις στις οποίες κατοικεί το σώμα μας. Ενώ οι γύρω μας πεινάνε, δεν τους δίνουμε τροφή, παρά μόνο για σχόλια μέσω της συμπεριφοράς μας. Κι αν ακόμη ταϊσουμε κάποιον, θα του φάμε την ψυχή, γιατί θα του κοπανάμε πάντοτε το πόσο καλό του κάναμε.

Κυριακή 31 Μαρτίου 2013

Θα σου τηγανίσω ψάρια...

Tα μνημόσυνα ποτέ μου δεν τα λάτρεψα. Ίσως ήταν και ότι πιο άχρηστο για μένα. Βέβαια, ο παππάς πάντα έλεγε ότι βοηθάει στην σωτηρία της ψυχής. Του νεκρού, να φανταστώ, γιατί από κοτσομπολιό άλλο τίποτα.
Και τι φόρεσες και πως το φόρεσες και τι είπες και πού το είπες;
Πόσο χρόνο ξοδεύεις για τον εαυτό σου και πόσο για τα παιδιά σου;
Είσαι καλή νοικοκυρά; Ικανοποιείς τον άντρα σου; Σ'αγαπάει η πεθερά σου;

Κλείσαμε ένα χρόνο για τον παππού. Αλλά τον νιώθω πάντα δίπλα μου. Είναι από τις λίγες φορές που κλείνω τα μάτια μου και τον νιώθω κοντά μου. Είναι εκεί και με κοιτάζει και χάνομαι στην αγκαλιά του όποτε το έχω ανάγκη και μου τραγουδάει... Μου τραγουδάει...
Θα σου τηγανίσω ψάρια σαρδελίτσες πεταχτές...
Α, ρε παππού. Οσο ήσουν εσύ ζωντανός τα πράγματα ήταν σε μια σειρά. Σπάνια τσακωνόμασταν και αν το κάναμε ήταν για λίγο. Κι όποτε ήταν πολύ... Είχαμε εσένα. Να μας μιλάς για τα παλιά τα χρόνια και να ξεχνιόμαστε... Εμείς οι μικροί...
Οχτώ η ώρα είμασταν στην εκκλησία. Κανονικά, έπρεπε να είμασταν πιο νωρίς εκεί... Αλλά δεν ξυπνούσαμε εύκολα. Την προηγούμενη δεν είχα ύπνο. Πάντα όταν αλλάζω μέρος δυσκολεύομαι να βολευτώ. Με τσίμπησαν και ψύλλοι. Χρόνια είχε να μου συμβεί.
Τον παππά δεν τον είδα. Ηπια καφέ και λίγο λικέρ. Με έτσουξε το στομάχι και έφυγα. Όχι για αυτό, αλλά με φιλούσε κόσμος που δεν ήξερα και είμαι περίεργη με αυτά.
Στο καπάκι έκανα ένα γύρο στην εκκλησία. Καθαρός ουρανός αν και μουντός. Τα χορτάρια φρέσκα από την βροχή και η πόρτα από τα νεκροταφεία βαριά. Δεν μπήκα μέσα. Δεν ήθελα. Μπήκα στο αμάξι και έφυγα με την θεία μου για το σπίτι.

Κυριακή 17 Φεβρουαρίου 2013

Ο Παππούς Μου


Ο Κότσος, όπως τον φώναζαν οι χωριανοί και οι συγγενείς καμιά φορά, όταν γεννήθηκα ζήτημα να ήταν σάραντα. Μικροπαντρεύτηκε αυτός, μικροπαντρεύτηκε και η μάνα μου και βγήκα εγώ. Το πώς βγήκα, θα το συζητήσουμε σε άλλο κεφάλαιο, γιατί πρέπει να είμαι προετοιμασμένη ψυχολογικά και εγώ και εσείς. Τα μαλλιά του ήταν ακόμη μαύρα τότε και φορούσε καφέ τετράγωνους σκελετούς στα γυαλιά του που κάλυπταν το σχήμα του προσώπου του, αλλά προμοτάριζαν το μαλλί του που το υπεραγαπούσε και το είχε στην περιποίηση. Για δύο χρόνια είχε μουστάκι. Μπορεί να ήταν της μόδας. Ποτέ δεν ρώτησα παραπάνω, γιατί δεν με ενθουσίαζε η ιδέα. Σκεφτόμουν τις περιγραφές που μου έκαναν όταν έτρωγε σούπα. Κι έμενα εκεί. Πάντα.
Ήμουν το πρώτο εγγόνι της οικογένειας και όπως λένε πολλοί, το πρώτο εγγόνι είναι και το πιο αγαπημένο. Θα ήθελα πολύ να διαφωνίσω σαν πνεύμα αντιλογίας που είμαι, αλλά δεν θα το κάνω. Ο παππούς με αγαπούσε πολύ και ποτέ δεν μου χάλασε χατήρι. Μια χρονιά μου είχε αγοράσει ολόκληρη κουζίνα και άλογα, ορισμένα χρυσαφικά και ένα κυπελάκι παγωτό. Για αυτόν ήμουν η πριγκίπισσα του και μου έπαιρνε ότι έβλεπε και του άρεσε και ότι ήταν δυνατό, τελικά, να μου το αγοράσει. Για να πω την αλήθεια, τα αγαπημένα μου δώρα ήταν κάτι περίεργες ξύστρες σε σχήματα κιθάρας, καρδιάς, τηλεόρασης και αστροναύτη που είχε κάποτε ο Μασούτης και η Ενωση που δούλευε ο μπαμπάς μου.
Ύστερα γεννήθηκε η ξαδέρφη μου και άρχισα όλα αυτά να τα μοιράζομαι. Δεν με χάλασε. Γιατί είχαμε τις δικές μας, τις προσωπικές μας στιγμές εκεί στο κρεβάτι όποτε τον ξυπνούσα και μου χάιδευε τα μαλλιά και μου έλεγε ότι είμαι αγγελούδι ή τότε στην κουζίνα που ετοιμάζαμε πούπκες και παπάρες με γάλα και ζάχαρη. Οκ, δεν μπορώ να πω ότι τρελαινόμουν και ιδιαίτερα. Για μένα το αγαπημένο φαί που κάνει η γιαγιά είναι το κάσα. Ξέρω ότι θα το συνδιάσετε με την γνωστή κάσα, αλλά το μόνο κοινό τους είναι ότι είναι και τα δύο θάνατος. χαχα
Όσο θυμάμαι τον εαυτό μου να μεγαλώνει στο πλάι του, χαίρομαι. Ζήσαμε σε έναν κόσμο που αν και ο πόνος ήταν δίπλα μας κάτω από διάφορες μορφές, μπορούσαμε να αναγνωρίσουμε μια νεράιδα, μια πυγολαμπίδα, μια χρυσόμυγα, ένα ξωτικό... Την αγάπη όλη. Μέσα στην παλάμη μας. Σε μια αγκαλιά. Στην καρδιά μας. Ο παππούς μας έλεγε πολλές ιστορίες για νεράιδες και μαίες νεραιδών. Όπως έλεγε, υπήρχε μια μαία στο χωριό μας και συχνά την καλούσαν για να τις ξεγεννήσει. Ήταν καλές κοπέλες και όμορφες πολύ. Αλλά έκαναν μόνο κορίτσια. Ήθελαν μόνο κορίτσια. Αν τύχαινε να κάνουν αγόρι, μάλιστα, έπρεπε να το τυλίξεις μέσα σε φύλλα από κρεμμύδι και να το φασκιώσεις γρήγορα γρήγορα να μην το δουν. Σύχναζαν κοντά σε ποτάμια και έβγαιναν μετά τις δώδεκα περίπατο ανάμεσα στα ξύλα που εμείς κόβαμε για να βάλουμε στην σόμπα το χειμώνα να ζεσταθεί το κοκκαλάκι μας. Εμείς μέναμε να περιμένουμε στο παράθυρο με την ξαδέρφη μου τόσο που αποκοιμιόμασταν και μας έβρισκε το πρωί που οι νεράιδες ήταν κουρασμένες και κρυβόντουσαν στα μανιταράκια.

Συνεχίζεται....