Τρίτη, 8 Σεπτεμβρίου 2015

Σκέψεις #77

Πάνε μήνες που έχω συνηθίσει στο ήσυχο κι αέρινο περπάτημα της σιωπής εντός του δωματίου μου. Τα μισάνοιχτα παραθυρόφυλλα την κάνουν να δείχνει σαν επαγγελματίας χορεύτρια που με τα μαύρα της πυκνά μαλλιά ξεδιπλώνει το ταλέντο της στους τοίχους. Τόσο όμορφη και τόσο απαλή η οσμή της που η ψυχή σου παραμένει ήμερη κι ελπίζει. Ελπίζει για ένα καλύτερο αύριο. Ένα αύριο που βασίζεται πάνω στον πόνο του αποχωρισμού της εγωιστικής απομόνωσης του εαυτού σου απέναντι στην ομαδική επανένταξη της ομάδας σου. Είναι σκληρό... Και τόσο εύκολο να κάνεις πίσω και να παίρνεις αγκαλιά την κουβέρτα σου μετατίθοντας το ραντεβού αυτό για κάποια άλλη στιγμή, πιο βολική ώστε να κάνεις την προσπάθεια να ξεβολέψεις τη συνήθεια που σου έχει κατσικωθεί και σου ζητάει δανεικά. Δανεικά κι αγύριστα. Γιατί αγύριστα είναι αυτά που χάνεις εξαιτίας της, αλλά δε σε νοιάζει. Σε τραβάει περίτεχνα στον πάτο και δεν μπορείς να μην υποκλιθείς στην μαεστρία της. Το αξίζει. Είναι σαν ένα παιδάκι που κάνει κάτι για πρώτη φορά και το επιβραβεύεις. Και μετά το κάνει πάλι και το δωροδοκείς με γλυκά μέχρι να τυπωθεί στις πληροφορίες του και να ψάξει να βρει κάτι καινούριο για να εντυπωσιάζει τις προσωπικές του ανακαλύψεις και το οικογενειάκο περίγυρο του. Μόνο που σε αυτή την περίπτωση το παιδάκι δεν μεγαλώνει. Εσύ μεγαλώνεις. Μεγαλώνει το κενό που δημιουργήθηκε ανάμεσα σε σένα και στο παιδάκι που ήσουν κάποτε και μικραίνει η πιθανότητα επιτυχίας να βρει ο ένας τον άλλον ξανά. Δε ξέρω αν πονάει ή αν ανακουφίζει. Τα συναισθήματα είναι ανάμεικτα. Τα χρώματα μπερδεμένα. Σπεύδουν πάνω στον τοίχο με τέτοιο τρόπο ώστε κάνουν τα μάτια μου να νυστάζουν και ποτέ δεν φτάνω παρακάτω.

Τρίτη, 30 Ιουνίου 2015

Λέμε όχι

Ψηφίστε ναι, γιατί αλλιώς η χώρα θα καταστραφεί και δε θα μπορεί ο έλληνας να ανασάνει, είπαν. Ψηφίστε ναι, γιατί αλλιώς θα κοπεί κάθε είδους βοήθεια από τις χώρες που τώρα σας βοηθούν, είπαν. Ψηφίστε ναι, γιατί είστε έξυπνοι και δεν είναι ανάγκη να αυτοκτονείσετε για αντίδραση απέναντι στους άλλους, είπαν. Ψηφίστε ναι, γιατί θα χαθεί κάθε ιατρικό πρόγραμμα, είπαν. Ψηφίστε ναι, γιατί δεν θα υπάρχει ΟΑΕΔ, είπαν.Ψηφίστε ναι, γιατί αυτός που διαλέξατε να σας κυβερνήσει είναι τόσο βλάκας που δε γνωρίζει πώς να χειριστεί τις καταστάσεις και ρίχνει το μπαλάκι σε σας, είπαν. Ψηφίστε ναι, γιατί ακόμη και τα λιγοστά χρήματα σας θα τα παίρνετε μετά από ένα χρόνο καθυστέρησης, είπαν. Ψηφίστε ναι, για να μην χάσουμε εμείς τους θησαυρούς που καταφέραμε να χτίσουμε πάνω στις πλάτες σας... δεν το είπαν. Γιατί γνωρίζουν. Γνωρίζουν ότι θα τους πάρουμε με τους πέτρες. Γνωρίζουν και για αυτό τα πάνε όλα με το γάντι. Τους πήρε ο πόνος τους πασόκους και τους νεοδημοκράτες για το φτωχό λαό; Ας μην βγάζουν παραμυθάδες αυτούς που προσπαθούν να επιπλεύσουν μέσα στο πέλαγος που τους πέταξαν χωρίς σωσίβιο κι ας δώσουν όλα αυτά που έχουν αποθηκευμένα στην Ελλαδίτσα που τόσο αγαπούν και πονάνε. Όταν τα έπαιρναν κάτω από το τραπέζι ήταν γλυκά, τους το έλεγαν και όλοι αυτοί που μπήκαν με βίσμα και γλύψιμο στις θέσεις τις οποίες δεν μπορούσαν να κουνηθούν ακόμη και αν ήταν πιο άχρηστοι κι από φιδάκι κατά των κουνουπιών τους καλοκαιρινούς μήνες.
Πόσοι από σας πληρώνεστε κανονικά ακόμη; Πόσοι από σας δε νιώσατε στο πετσί σας την πείνα, δε χρειάστηκε να νοσηλευτείτε σε νοσοκομείο χωρίς καμία ασφάλιση, να πάτε στην εκκλησία για να ζητήσετε φαγητό, να δώσετε το αυτοκίνητο σας γιατί δεν βαστάτε τα χρέη του, να στείλετε τα παιδιά σας σε συγγενείς και φίλους για να μπορούν να τρέφονται σωστά και να μην λιποθυμούν σαν τα κοτόπουλα κάθε τρεις και λίγο, να μην έχετε να πληρώσετε τα ενοίκια και τα δάνεια σας; Πόσοι από σας δε δούλεψαν δωδεκάωρα για να πληρωθούν τετράωρα και αυτό μετά από μήνες ή και χρόνο ολόκληρο; Εσείς, λοιπόν, είστε οι βολεμένοι. Εσείς που δεν τα ζήσατε αυτά. Και σαφώς καλά θα κάνετε να ψηφίσετε το ναι, γιατί διαφορετικά ο πλούτος σας είτε θα χαθεί είτε θα μοιραστεί. Εξάλλου, η αριστερά ποτέ δεν ήταν υπέρ των πλουσίων.
Εγώ όμως που έζησα την άλλη πλεύρα,που ο κόσμος, ακόμη και άθεοι πολίτες, έτρεξαν στις εκκλησίες και στα ορφανοτροφία να ζητήσουν βοήθεια και κάποιου είδους άσυλο για τα παιδιά τους... Έζησα την πλευρά που οι άνθρωποι γέμισαν τα κέντρα αποκατάστασης, επειδή δεν είχαν να πληρώσουν τους λογαριασμούς τους κι έπεφταν χάμω από τα εγκεφαλικά και τα ανευρίσματα... Έζησα την πλευρά που το πρόβλημα υγείας σου χρειαζόταν ένα χρόνο και παραπάνω θεραπείας και το κράτος σου κάλυπτε μόνο τις ενενήντα μέρες κι όταν δεν τα κατάφερε πλέον να τα φέρει βόλτα, πέταξε έναν έναν τους ασθενείς έξω για να μικρύνει το χρέος που πρέπει να καταβάλλει απέναντι στους γιατρούς και τους φυσιοθεραπευτές ως αμοιβή. Έζησα την πλευρά που ενώ λεφτά υπήρχαν, τα περιθώρια για τις αποπληρωμές των δανείων φάνταζαν εφιάλτης για τον καθένα από μας που μπήκε στην παγίδα να ζητήσει ένα για να πάρει ένα σπίτι, να ξεκινήσει κάποιο είδος σπουδών, να γεννήσει η γυναίκα του, να εγχειριστεί κάποιος συγγενής του... Έζησα την πλευρά που λόγω αναπηρίας μπορούσα βάση νόμου να δουλέψω λιγότερο από οχτάωρο, παρ'όλα αυτά έκλεινα δωδεκάωρο, αλλά πληρωνόμουν για τετράωρο...
Κι όλα αυτά πριν βγει η αριστερά. Η αριστερά τώρα βγήκε. Εγώ λοιπόν, θα ψηφίσω όχι. Δεν είμαι απελπισμένη και δε νιώθω καθόλου απελπισία μέσα μου παρά το σκηνικό. Τα συναισθήματα είναι για ανθρώπους που περνάνε καλά, δε τους απασχολεί τίποτα σοβαρό και κοιτάνε να φαγωθούν με τα ρούχα τους για να αποκτήσει η ζωή τους λιγουλάκι σασπένς. Όσοι έχουν φτάσει στον πάτο, γνωρίζουν για το συναισθηματικό κενό και άδειασμα που δημιουργείται.

Κυριακή, 21 Ιουνίου 2015

Καλό καλοκαίρι

Πάντα ορίζαμε το καλό και το κακό ανάλογα με τις προσωπικές μας πεποιθήσεις που γεννιόντουσαν και παίρνανε μορφή ανάλογα με τα βιώματα μας, που συνήθως όντας σκληρά, έκαναν οτιδήποτε να μοιάζει ανούσιο και περαστικό. Τόσο περαστικό που μία ανάσα σου συνήθως διαρκούσε παραπάνω.
Θυμάμαι την ημέρα που έκλειναν τα σχολεία. Διοργανώναμε πάντα γιορτή η οποία έκλεινε με μπουγελώματα κι έπειτα από αυτό ήμουν πάντα με πυρετό. Δε με πείραζε όμως αυτό. Με πείραζε που έκλειναν τα σχολεία και έχανα τους φίλους μου. Γιατί εγώ φίλους είχα μόνο στο σχολείο. Στα διαλείμματα, αν είχα λεφτά ή κάποια συμβουλή να τους δώσω. Αλλιώς ήμουν μόνη. Παρατηρούσα τα πουλιά και τα λουλούδια κι αναρωτιόμουν διάφορα γύρω από τη ζωή και τη συμπεριφορά της. Κι αναρωτιόμουν αν αξίζει η αναπηρία να αμείβεται με μοναξιά. Αν η σοφία είναι το σωστό δώρο για ένα παιδί που το μόνο που αναζητά είναι το παιχνίδι με τους συνομίληκους του. Αν η τύχη δεν είναι όντως τύχη, αλλά καταδίκη παλαιότερων κακουργημάτων.
Δεν έβρισκα ποτέ απάντηση. Πάντοτε με πλησιαζε κάποια γιαγιά ή κάποιος παππούς, μου αγόραζε καραμέλες ή παγωτό και μου έλεγαν πως ο Θεός έχει για όλους. Εγώ περίμενα. Περίμενα να δω πότε θα είναι η σειρά μου να λάβω αυτά που έχει να μου δώσει. Αργότερα κατάλαβα πως τα παίρνω αυτόματα, ασχέτως αν δεν τα κατανοώ τη στιγμή που τα λαμβάνω, γιατί δεν έχω την κατάλληλη γνώση. Κατά βάθος τον ευχαριστώ, αν και με εκνευρίζει πολύ ο τρόπος που μου τα δίνει.
Και πήρα πολλά. Κατάφερα να αυξήσω την υπομονή μου, να μικραίνω την υπόσταση του πόνου, να αυξάνω τη σωματική - αλλά κυριως... την ψυχική μου δύναμη, να ακούω τον εαυτό μου, να ονειρεύομαι, να ακούω τον κόσμο, να τους παρατηρώ πώς περπατάνε, πώς μιλάνε, πώς σκέφτονται. Να βλέπω την αξία της κάθε μέρας. Ακόμη κι όταν ζεις μέσα σε μια κατάσταση που ονομάζεις ρουτίνα, καμία μέρα δεν έχει δίδυμη αδερφή. Χωριστές παραστάσεις σε χωριστές χρονικές στιγμές όλα που κάτι έχουν να σου πουν και καλείσαι να μάθεις τη γλώσσα επικοινωνίας τους.
Όταν μεγαλώνεις σαν μοναχοπαίδι, δεν έχεις και πολλές επιλογές. Είτε θα βρεις φίλους για να γλιτώσεις την σκέψη και να ενσωματωθείς σε κάτι άλλο είτε θα μείνεις με τις σκέψεις και τα ερωτήματα. Κι εγώ άνηκα πάντα στη δεύτερη κατηγορία, γιατί κανένας δεν ήθελε να περάσει τις διακοπές του με κάποιον που διαφέρει κι έχει κινητικά προβλήματα. Δεν ήμουν της μόδας τότε.
Ένα από τα αγαπημένα μου χόμπυ ήταν να συλλέγω σκέψεις ανθρώπων και να φτιάχνω κολλάζ με τις απαντήσεις τους σε ένα τετράδιο το οποίο περιείχε κάθε λογίς ερώτηση, κάτι σαν λεύκωμα. Όταν το τελείωνα, έβγαινα στο μπαλκόνι και περίμενα κάποιον να περάσει. Να τον κεράσω ένα παγωτό με αντάλλαγμα την παρέα του, έτσι... Για καλό καλοκαίρι.

Χρόνια πολλά μπαμπά

Οποτε κι αν ακούω την λέξη ''μπαμπάς'', θυμάμαι εκείνο το θεσπέσιο γλυκό με το σιροπάκι και τα κερασάκια στην κορυφή. Ισως γιατί εκείνο το λάτρευα πάντοτε περισσότερο από τον πατέρα μου που κατά βάθος φοβόμουν για τα ξεσπάσματα θυμού τα οποία είχε. Και ήταν συχνά αυτά.
Δε φοβόμουν μην με χτυπήσει.  Εξάλλου, συνήθως, ξεσπούσε στη μητέρα μου. Δε του άρεσε ποτέ να την βλέπει να φοράει όμορφα και φωτεινά ρούχα ή κοντά που να την κολλακεύουν, γιατί κατά βάθος και κατά την επιφάνεια, τη ζήλευε. Τη ζήλευε που ήταν νέα, δυναμική και πετυχημένη, σε αντίθεση με αυτόν που έκανε πάντα ό,τι του έλεγε η γιαγιά να κάνει.  Φοβόμουν τις εικόνες που έβλεπα μετά, την ώρα του ύπνου και με κυνηγούσαν μέχρι τελικά να πέσω στο λήθαργο μου. Ηταν σαν να βλέπω ένα τρέιλερ από θρίλερ που οι φωνές θεριεύουν και σπάνε την παιδικότητα της ψυχής σου. Αυτό ήταν το χειρότερο για μένα. Ένιωσα πως πρέπει να γίνω ανεξάρτητη πολύ πιο γρήγορα από τους άλλους, να καταφέρω να προστατεύσω εμένα και τη μαμά μου, να γίνω καλά και να ζήσουμε κάπου αλλού ευτυχισμένες. Το αξίζαμε, αλλά δεν μπορούσαμε να το εισπράξουμε για πολλά χρόνια.
Το μόνο θηλυκό πρόσωπο που είχε τα βραβεία και την προσοχή στο σπίτι, ήταν η γιαγιά μου. Εγώ ήμουν πάντα το ανάπηρο πλάσμα που τους φέρνει περισσότερα έξοδα και άχρηστο καθ'ότι βγήκα και κορίτσι και χρειάζεται να μου δώσουν και προίκα και η μαμά μου η αιτία που γεννήθηκα και προστέθηκαν προβλήματα στο κεφάλι τους και κυρίως στα οικονομικά που δεν ήθελαν να χάνουν.
Όταν πια χώρισαν, όλος ο κόσμος μας απομόνωσε. Σαν να είμασταν οι κακιές μάγισσες που είχαν την πρόθεση να κάνουν βουντού σε όλους για να πεθάνουν από πανούκλα στο συνεχές μέλλον. Γυρνούσαν τα κεφάλια τους από την άλλη σα να μη μας βλέπουν ή ακόμη κι αν μας έβλεπαν, προτιμούσα να μη μας βλέπουν γιατί πετούσαν χλέπες και βρίσιες, λες κι είχαν απέναντι τους κάποιον εγκληματία. Τώρα που το σκέφτομαι, στον εγκληματία μπορεί να έκαναν και το τραπέζι. Ολοι ήξεραν τι περνάμε και κανένας δε μιλούσε. Είχαν μπροστά την καραμέλα του γάμου και πως κάθε γάμος έχει προβλήματα, οπότε δεν χρειάζεται και να ασχοληθείς περαιτέρω. Τους θεωρούσα και τους θεωρώ συνεργούς όταν βλέπουν κάτι να συμβαίνει και δεν μιλάνε. Τότε. Οταν υπάρχει βία.
Βρήκαμε ένα σπιτάκι με πολύ κόπο. Έξω από την πόλη. Μας το είχε δώσει μια κυρία που δεν είχε παιδιά και ζούσε με δυο σκυλάκια. Δεν είμαι σίγουρη αν πληρώναμε ενοίκια τότε. Θυμάμαι όμως που η μαμά μου δούλευε συνέχεια και ήταν από δουλειά σε δουλειά, γιατί όποτε έπαιρνε τηλέφωνο τους συγγενείς μας για βοήθεια, της το έκλειναν στα μούτρα για να την τιμωρήσουν που χώρισε, έφυγε και άφησε τον άντρα της και έκανε τον κόσμο να μιλάνε και να σκορπά σχόλια.
Σιγά σιγά στηθήκαμε μόνες μας. Καταφέραμε να μετακομίσουμε αλλού και να είμαστε ανεξάρτητες. Το σημαντικότερο για μένα ήταν ότι μπορούσα να κοιμάμαι με το χαμόγελο στα χείλη κι όχι να φοβάμαι μήπως δω ξανά τους εφιάλτες να με κυνηγούν. Το τελευταίο διάστημα, έβλεπα τον εαυτό μου να κάθεται και να παίζει με τα κουζινικά με άλλα παιδάκια και ξαφνικά μια ηλεκτρική σκούπα έπαιρνε την φωνή του μπαμπά, άναβε και μας ρουφούσε όλους μέσα χωρίς να μας ρωτήσει κάτι.
Έκανα χρόνια να μιλήσω στον πατέρα μου. Κι αυτό γιατί δεν ένιωθα την ανάγκη να του μιλήσω. Προτιμούσα να είμαι ορφανή ή τέλος πάντων να μην γνωρίζω την ύπαρξη του. Αργότερα, ξανά μιλήσαμε (τον λόγο θα τον αναλύσω σε άλλο ποστ), αλλά και πάλι δε μπόρεσα ποτέ να νιώσω πως τα κενά που έχει δημιουργήσει με τη στάση του μπορώ να τα καλύψω και να νιώσω καλά μαζί του.
Για μένα πατέρας και μάλιστα μπαμπάς, θεωρείται ο πατριός μου. Φυσικά δεν με άφησε ποτέ να τον αποκαλέσω πατέρα ή μπαμπά, γιατί σεβόταν πως δεν φύτρωσα κι αφού με αναγνώρισε, ανήκω κάπου αλλού. Ωστόσο, για μένα θα είναι για πάντα φίλος, πατέρας και πρότυπο. Γιατί ενώ δεν είχε παιδιά, με αγκάλιασε σα να ήμουν δικό του. Γιατί, ακόμη κι όταν δεν είχε λεφτά, μου έδινε τα λιγοστά για να μου κάνει τα χατήρια. Γιατί ακόμη και όταν ήταν κουρασμένος, βγαίναμε έξω για να πάρω τον αέρα μου. Γιατί ανέλαβε τους γιατρούς μου και ήταν εκεί όταν αρρώσταινα. Οταν πήρα τα πτυχία μου. Όταν ήμουν στεναχωρημένη, όταν ήθελα να μιλήσω. Ακόμη κι όταν αποζητούσα τη σιωπή. Για μένα αυτός είναι ο πατέρας μου και θα είναι για πάντα. Τα χαρτιά είναι για τη γραφειοκρατεία και όχι για τις καρδιές μας. Και του αξίζουν συγχαρητήρια. Ελάχιστοι άνθρωποι είναι σαν αυτόν και ακόμα πιο λίγοι θα θελήσουν να τον πάρουν ως παράδειγμα για να του μοιάσουν. Η ζωή δεν είναι εύκολη και δεν ήταν ποτέ για να γίνει τώρα. Χρόνια πολλά, λοιπόν, με υγεία για όλους μας.

Δευτέρα, 8 Ιουνίου 2015

Σκέψεις πριν τον ύπνο

Είναι καιρός τώρα που βλέπω την γειτονιά μου φτωχική. Όχι από θέμα χρημάτων ή κατασκεύων. Αυτά είναι οι προφάσεις στα βαθύτερα προβλήματα που κανείς δε θέλει να αγγίξει. Μιλώ για τη φτώχια της λογικής και της συνείδησης. Άνθρωποι τριγύρω που πεθαίνουν για να μη μαθευτεί μια ατασθαλία, αλλά δεν μπαίνουν ποτέ στη διαδικασία να σκεφτούν πώς θα μπορούσαν να έχουν δράσει καλύτερα έτσι ώστε να την είχαν αποφύγει και να ήταν όλα καλά. Ανθρωποι που θέλουν να στείλουν τα παιδιά τους σε σχολές, όχι για να τα μορφώσουν και για να τους δώσουν μια δυνατότητα για ένα καλύτερο μέλλον, αλλά για να μην πει ο κόσμος πως είναι καμμένοι μετεωρίτες που χάθηκαν στη πορεία της περιπλάνησης. Και πολλές φορές αναρωτιέμαι αν τελικά αξίζει να στείλεις το παιδί σου να παρει χιλιάδες πτυχία αυτή την εποχή. Αν ήθελε κάποιος ταπετσαρία για τον τοίχο θα μπορούσε να βρει πολύ φθηνότερες και στυλάτες στα κινέζικα τώρα πια. Πολλοί θα πούνε πως σκέφτομαι λάθος και πως η μόρφωση είναι πολύτιμο αγαθό. Δε θα διαφωνήσω. Αλλά η μόρφωση μέχρι το λύκειο είναι μασημένη και διαμορφωμένη τροφή γύρω από συμφέροντα κοινωνίας, εκκλησίας, πολιτικών υποστάσεων και έπειτα είναι απλά τιπς που λειτουργούν σαν σπίρτο στο τσιγάρο. Δε γίνεσαι επιστήμονας επειδή μπήκες σε μια σχολή. Επιστήμονας γίνεσαι επειδή το πάλεψες, το έψαξες, το ερεύνησες, το κατέγραψες, το σιγούρεψες, το διέδωσες και είδες να κυλάει ένα αποτέλεσμα. Όπως επίσης δε θεωρήσε άνθρωπος, επειδή γεννήθηκες από είδος που του μοιάζει.

Ο κύκλος δεν έχει ούτε αρχή ούτε τέλος

Πάνε μήνες τώρα που έχω αποκόψει κάθε ανθρώπινη επαφή. Εχω κλειστεί στον εαυτό μου. Στο δωματιάκι μου. Στο προσωπικό μου καμαρίνι. Εδώ που μπορώ να βγάλω κάθε είδους μάσκα από πάνω μου έχοντας την σιγουριά πως οι ανάσες που θα λάβω θα περιέχουν οξυγόνο και όχι το δηλητήριο κάποιου που δε με γούσταρε και προσπάθησε να με βλάψει. Τελευταία έχω τραβήξει πολλά και δεν εμπιστεύομαι κανέναν. Εγιναν όλα τόσο απότομα και σκληρά που ένιωσα ότι κάποιος προσπαθούσε να με εκδικηθεί για κάτι που δεν έκανα ενώ έπρεπε να έχω κάνει προ πολλού. Να ξεκαθαρίσω τι θα κρατήσω και τι θα διώξω από τη ζωή μου μεγαλώνοντας και λαμβάνοντας ευθύνες. Θα ήταν πολύ εύκολο να με κλείσω σε μια ροζ φούσκα και να με δικαιολογήσω. Να πω πως δεν έμαθα τη ζωή γιατί έζησα σε νοσοκομεία το περισσότερο μου διάστημα ή ότι οι γονείς μου ήταν πολύ προστατευτικοί λόγω του προβλήματος της υγείας μου και αυτό με τράβηξε πίσω, αλλά δεν θα το κάνω. Δε θα με δικαιολογήσω, γιατί όσο με δικαιολογώ με επαναπαύω και κανείς δεν εγγυάται πως η επαναπαύση δε ρίχνει λίπασμα σε μια επανάληψη άσχημων στιγμών. Και η αλήθεια είναι πως βαρέθηκα και κουράστηκα. Κουράστηκα να βλέπω τον εαυτό μου να εθελοτυφλεί και να χάνεται. Να παίζει το χαζό μπροστά στο φόβο του ρίσκου. Αλλά αυτό είναι ένας αδύναμος άνθρωπος. Έρμαιο σκέψεων που θέλουν πολλή δουλειά για να φυτρώσουν και να αρχίσουν να δίνουν τον καρπό σε σωστή ποσότητα και ποιότητα. Και γυρνάει γυρνάει γυρνάει και χορεύει ζεμπεκιές γύρω από τον εαυτό του κλαίγοντας. Είναι η χαρά του ηττημένου που βλέπει τα πάντα από λάθος οπτική γωνία.

Τετάρτη, 20 Αυγούστου 2014

Λία. Από το Συναυλία.

Η πρώτη συναυλία που πήγα στην ζωή μου ήταν όταν ήμουν δωδεκάμισι χρονών και αυτό κατά τύχη. Η γιαγιά μου είχε την συνήθεια να επισκεπτόμαστε συγγενείς στα μέσα του καλοκαιριού και να περνάμε τις ώρες μας μαζί τους πίνοντας κρύο τσάι και μιλώντας για σεμεδάκια και νέα μοντέλα κατσαρολικών και λοιπών κουζινικών σκευών, κάτι που εμένα σχεδόν ποτέ δε με άγγιζε. Μου άρεσε όμως ο αέρας στο μπαλκόνι έκανε τα μαλλιά μου να μοιάζουν σαν χορεύτριες σε γνωστή σχολή μπαλέτου κι έτσι ξέφευγα στην ιδέα πως είμαι υγιής και μπορώ και τρέχω δεξιά και αριστερά σε θάλασσες και λιβάδια... Και πάντοτε γελούσα γιατί έβαζα στο νου μου πως έρχεται κάποιο δελφίνι έπειτα από αυτό ή αχινός και το πατάει κάποιος. Ανέμελα παιδικά χρόνια που δεν ξεχώριζαν και πολύ από ένα φυσιολογικό παιδί. Ούτως ή άλλως και κεινα, λίγο πολύ, μαντρωμένα τα είχαν για να μην  κολλάει ψείρες το ένα από το άλλο και κάθονται οι γριες μέχρις αργά το βράδυ να βγάζουν τα μάτια τους για να τα καθαρίζουν και να πλένουν με μανία τα σεντόνια για απολύμανση.
Την ιδέα για την συναυλία την είχε μία γριούλα που μας τάιζε σύκα και λικέρ κάθε τόσο με τον Τασούλη όταν κρυβόμασταν κάτω από την σκάλα για να παίξουμε λίγο ακόμη με το ηλεκτρονικό παιχνίδι που είχαν αγοράσει οι νονοί στην Ελενίτσα δώρο για την γιορτή της. Μην φανταστείς πως ήξερε ποιος τραγουδιστής θα παρευρίσκεται ή  τι είδους τραγούδια θα ερμηνευτούν. Απλώς ήξερε πως θα έχει καρέκλες για να κάτσουμε και λαχταριστά κεράσματα. Δεν έλεγε ποτέ όχι σε γλυκά και ποτά. Το θεωρούσε προσβολή να αρνηθείς, αλλά τα έψαχνε και από μόνη της.
Όταν πρωτοαντίκρισα το χώρο, μου θύμισε αυτά τα μίνι πανηγυράκια που γίνονται όταν κάνουν την γιορτή κερασιού και μαζεύεται ο κόσμος για να πάρει ένα κουπάκι να δοκιμάσει το προϊόν και έπειτα να αγοράσει ή να λάβει δωρεάν συσκευασίες ή βάζα για το σπίτι του. Μπορώ να πω πως ήμουν έτοιμη να γελάσω δυνατά και να τους ζητήσω να φύγουμε ή τέλος πάντων να κάτσω κάπου παράμερα. Όμως όταν είδα ότι άρχισαν να συναντούν γνωστά άτομα εκεί μέσα, ντράπηκα κι άφησα το χέρι της γιαγιάς μου σβέλτα θέλοντας να προλάβω να εξερευνήσω το χώρο πριν αρχίσει η συναυλία και χάσει η μάνα το παιδί και το παιδί την μάνα και δεν μπορέσω να βρω το ησυχαστήριο μου μέχρι να περάσουν οι ώρες και να τελειώσει όλο αυτό. Στην αρχή πέρασα ανάμεσα από οχτώ σειρές ατελείωτες πλαστικές καρέκλες που πάνω τους είχαν κοτσαρισμένο σαν κονκάρδα από έναν παππού ή μια γιαγιά που προσπαθούσαν να φάνε με αγωνία λίγο ψητό καλαμπόκι από αυτό που πουλούσε μια κοπελίτσα γύρω στα 20 μπροστά στην είσοδο. Όμως λίγο πιο πέρα βρήκα κάτι πολύ ενδιαφέρον. Ηταν ένα παλικάρι, ψηλό το οποίο ασχολιόταν με ένα μηχάνημα που είχε πάνω του πολλά, πολύχρωμα κουμπάκια και ρύθμιζε τον ήχο. Ήθελα πάρα πολύ να του μιλήσω και να ρωτήσω τόσα πολλά πράγματα γύρω από αυτό το μηχάνημα. Είχα ξαναδει άλλη μια φορά στην ζωή μου, όταν είχε έρθει ο κύριος Τάκης να πάρει τον μπαμπά για μια συναυλία και είχα πάει μαζί, αλλά όσες φορές κι αν ρωτούσα το παραμικρό... όλοι γελούσαν και μου χαϊδεύαν το κεφάλι σαν να είμαι κανένα τζακ ρουσέλ που έκανε κολπάκια εν ώρα χαλάρωσης του αφεντικού του.
Μόλις άρχισε η συναυλία και είχε ήδη φανεί να  χαλαρώνει το σενάριο του ψήνω καλαμπόκι- τρως το καλαμπόκι, πλησίασα αυτό το ψηλό παιδί. Στεκόμουν ακριβώς από πίσω του κι ένιωθα την καρδιά μου να θέλει να σπάσει από ντροπή και αγωνία. Τελικά, ένιωσα το δάχτυλο μου να σφινώνεται διστακτικά στην μέση του και να τον χτυπάει σαν τα κουδούνια στα θυροτηλέφωνα. Αυτός γύρισε σχεδόν στο δευτερόλεπτο ξαφνιασμένος, αλλά μόλις με είδε, χαμόγελασε ευγενικά και πριν προλάβει να αρθρώσει λέξη ένιωθα την γλώσσα μου να πηγαίνει ροδάνι και να ρωτάει για αυτό το μηχάνημα που τόσο πολύ με είχε ενθουσιάσει. ''Αυτό εδώ το μηχάνημα ονομάζεται κονσόλα. Είναι το μαγικό ραβδί που μετατρέπει το κάθε ατάλαντο ον, σε επιτυχημένο έλληνα καλλιτέχνη και δώστου τα παιδάκια για αυτόγραφα''. Είχα αρχίσει ήδη να τον συμπαθώ.
Λίγο πιο πέρα, δύο τραγουδίστριες. Απολάμβαναν το τσιγάρο τους και χτυπούσαν ρυθμικά τα πόδια τους στο γρασίδι, σχηματίζοντας γραμμές με το τακούνι σε σημεία.
Σε κάποια στιγμή, ένιωσα το χέρι του παιδιού να με τραβάει και να με ρωτάει για την ηλικία μου, τα όνειρα μου, τα χόμπι μου και κάπως έτσι πιάσαμε κουβέντα μέχρι την ώρα που έφυγα. Ήταν ένα αξιόλογο πλάσμα που με έκανε να γελώ και να κατανοώ όρους που κανένας από το οικογενειακό μου περιβάλλον δεν ξόδεψε χρόνο να μου εξηγήσει ως τότε. Μου έδωσε μάλιστα και μια κάρτα από το στούντιο που δούλευε, καλώντας με να περάσω όποια στιγμή ήθελα να τον δω κι εκεί ή τέλος πάντων να κρατήσουμε επαφή μιας και το όνειρο μου τότε ήταν να γίνω μεγάλη στιχουργός και να δουλέψω στο εξωτερικό. Το δέχτηκα με τεράστια χαρά και μπορώ να πω με βεβαιότητα πως και όταν πια είχα φύγει από την συναυλία, έκανα δυο μέρες να κοιμηθώ σωστά από την χαρά που ένιωθα μέσα μου.