Κυριακή, 24 Φεβρουαρίου 2013

Καληνύχτα

Απόψε μου λείπεις πιο πολύ από κάθε άλλη βραδιά. Έχω αφήσει το μαξιλάρι σου κενό δίπλα στο δικό μου και αγκαλιάζω τα σεντόνια με το πάπλωμα από πάνω για να φαντάζομαι πως είσαι εκεί. Κλείνω τα μάτια και σκέφτομαι να μου μιλάς. Με έχεις αγκαλιά και σχεδιάζουμε τις διακοπές μας. Θα πάρεις καινούρια βατραχοπέδιλα, γιατί τα περσινά μας τα έκλεψαν οι γύφτοι στην Βουρβουρού και εγώ ένα αντιηλιακό μεγάλης προστασίας για τα τατουάζ μου.
Αν θα είμαστε ακόμη μαζί σε λίγα χρόνια, θα χτυπησεις και το όνομα μου τατουάζ, μου λες και μετά γελάμε, γιατί θυμάσαι την διαφήμιση με την Αννα που έγινε ζαργάνα και μετά σικουάνα...
Σκύβεις προς το μέρος μου και με φιλάς στο μέτωπο κοιτώντας με στα μάτια και χαμογελάς. Ναι, είμαι ακόμη η ίδια νεράιδα που αγάπησες κάποτε και με το καιρό λάτρεψες ακόμη περισσότερο. Μόνο που τώρα μεγάλωσα και τα μάτια μου λάμπουν από έρωτα και τα χείλη μου μπορούν να σου το ψιθυρίζουν συνέχεια και αυτό είναι καλύτερο για μένα...
Ξαφνικά, σκοτεινιάζεις και όσο σφαλίζουν τα μάτια μου χάνεσαι... Και ταξιδεύεις... Στην σκέψη μου, στα θέλω μου, στα όνειρα μου... Καληνύχτα, λοιπόν, ονειράκι μου... Να μ'αγαπάς.

Θα ξημερώσει....

Λίγες ώρες ακόμη για να ανοίξει ξανά η σχολή. Συνήθισα μια εβδομάδα στο σπίτι και πάνω από όλα μηδένισα τα έξοδα μου μιας και δεν ξοδεύω χρήματα ούτε για εισητήρια ούτε για κάρτα στο κινητό ούτε για φαγητά. Ένιωσα τόσο αλλιώς αυτές τις μέρες αν και όλη μέρα ήμουν μόνη μου σε αντίθεση με τις μέρες που είμαι στην σχολή και παρακαλάω για λίγη ησυχία να χαλαρώσει το κεφάλι μου από τα βουητά και πάνω από όλα, από τα σαχλώδη χαχανητά και σχόλια γύρω από τι έκανε ο καθένας.
Πρέπει να βρω δουλειά και μάλιστα σύντομα. Όσο ήμουν στον Κώστα ήταν καλά τα πράγματα. Έπαιρνα λίγα λεφτά, αλλά και η περιοχή που ήταν το μαγαζί, δεν είχε πολύ κόσμο. Υστερα ο Κώστας αποφάσισε να φύγει και να τινάξει όλα στον αέρα. Σταμάτησε να πληρώνει, λάθος σχέσεις, λάθος συνεργασίες και πίσω από την πλάτη μας άλλες τόσες συμφωνίες και κακό.
Βέβαια, έψαξα τον δρόμο στον οποίο δουλεύαμε. Υπάρχουν πολλοί καλοθελητές που όταν ανοίξουν το στόμα τους γίνονται η καλύτερη πηγή σου για να μάθεις όσα θέλεις να μάθεις.
Η σχολή μου είναι απλήρωτη. Και δεν είναι μόνο η σχολή. Είναι όλα. Το σύνολο. Και δεν είμαι μόνο εγώ έτσι. Υπάρχουν και χειρότερα. Κοπέλες στην σχολή μου το ρίξανε στην βίζιτα και στην γύρα για πέντε και για δέκα ευρώ. Καφενεδάκια παράμερα με σερβιτόρες που η φούστα φτάνει στον αφαλό το λιγότερο και το χαμόγελο μετά βίας σκάει για να πει το γνωστό ''γειά σας, τι θα παραγγείλετε σήμερα;'' Κι ύστερα τα τηλέφωνα, τα ραντεβού και οι παράνομες νύχτες που ξελασπώνουν τις νόμιμες ημέρες, τις εφορίες, τις τράπεζες, τις σχολές, τα φαγητά, τα νοίκια και ότι άλλο μπορεί να υπάρχει σε εκκρεμότητα. Και δεν είναι ευτυχισμένες. Ούτε εγώ θα ήμουν. Αλλά όταν σπουδάζεις κάτι και απλά το πτυχίο καταλήγει στον τοίχο λόγω ανεργίας, είναι και αυτό μια λύση...Πάνω στην απελπισία της στιγμής...

Tι απέγινε ο Γιάννης

Mετά τον θάνατο του Αποστόλη, πολλοί ήταν αυτοί που εσπεύσαν να βοηθήσουν τον Γιάννη. Βοήθησα και εγώ κάποιες φορές, αν και έμενα Θεσσαλονίκη, στέλντοντας κούριερ με κάποια βασικά αγαθά που θα μπορούσαν να τον χορτάσουν για λίγες μέρες. Ωστόσο, το κούριερ, ζητούσε εξτρά χρήματα για το βάρος και δεν μου ήταν πάντα το ίδιο εύκολο, όπως στις αρχές.
Ο Γιάννης είναι ένας άνθρωπος σαν όλους εμας που πριν φτάσει εκεί που έφτασε είχε δουλειά, είναι νεφροπαθής,έμενε σε άσυλο και οι συνθήκες ζωής του ήταν παραπάνω από τραγικές. Ελάχιστο φαγητό,χωρίς θέρμανση και πολλές φορές, χωρίς χαρτί υγείας και νερό για να πλυθούν. Αργότερα, έμαθα μέσω τουίττερ ότι αυτός ο άνθρωπος βρήκε ένα σπιτάκι με την βοήθεια κάποιων τουιττεράδων από Γερμανία. Όλοι έτρεξαν να πάνε εκεί να το κάνουν είδηση και ύστερα τον ξέχασαν χωρίς καν να πάρουν ένα τηλέφωνο να δουν τι κάνει και αν είναι καλά.
Προχθές με πήρε τηλέφωνο και μου έκανε τα παράπονα του. Είχα πει ότι θα τον βοηθήσω όσο μπορώ, γιατί και εγώ οικονομικά είμαι κάτι παραπάνω από χάλια. Υστερα θύμωσα για κάτι. Είχε λογαριασμό στο τουίττερ και νόμιζα ότι με μπλόκαρε, αν και τελικά ο άνθρωπος απλά το έσβησε γιατί ορισμένοι άνθρωποι κατά τα άλλα τον αποκαλούσαν σκυλί και άλλα τέτοια.
Προσπάθησα να βρω κάποιον άνθρωπο από Αθήνα να του πάει ένα πιάτο φαί στην Κυψέλη όπου και μένει τώρα. Όλοι σκεφτόντουσαν τα χιλιόμετρα και κανείς δεν πήγε. Θα του έστελνα εγώ δέμα την Τετάρτη, αλλά είχε να φάει όλη μέρα και ήθελα κάτι άμμεσο.
Τελικά, ξεκίνησαν κάποιοι φίλοι μου από Πάτρα να του πάνε μια πίτσα και λίγα μακαρόνια να έχει να φάει την εβδομάδα αυτή μαζί με μια εξάδα μπουκάλια νερού. Να είναι καλά τα παιδιά.
Εντάξει. Μου λείπουν αυτές οι απλές καθημερινές στιγμές. Που θα βγεις στο μπαλκόνι και θα χαρείς με τον ήλιο και την βροχή. Που θα περπατήσεις στους δρόμους και θα δεις τον κόσμο αγκαλιασμένο να περπατάει αργά και να χαμογελάει που είναι ακόμη ζωντανός. Χωρίς να τον απασχολεί τόσο έντονα το οικονομικό κομμάτι. Χωρίς να κλαίει τις νύχτες για αυτό.
Έτσι όπως έγινε ο κόσμος, κανένας δεν μιλάει σε κανέναν. Ούτε καν στον εαυτό του. Άδεια μπαλκόνια παντού. Παραμελημένα με ξεσκισμένες τέντες από τον αέρα και την αδιαφορία του ιδιοκτήτη. Εδώ που τα λέμε, μπορεί απλά να μην του έμειναν λεφτά στην άκρη για να την επισκευάσει.
Όλα γύρω μας έχουν ανεβασμένη την τιμή τους. Το νερό, τα τσιγάρα, τα φαγητά, ο καφές. Πενήντα ευρώ δεν φτάνουν για να γεμίσεις με τα βασικά αγαθά μια σακούλα του σούπερ μάρκετ. Ειδικά αν έχεις μικρό παιδί στο σπίτι. Που θέλει πάμπερς, γάλατα, εμβόλια και ζέστη στο σπίτι. Τα αυτοκίνητα είναι όλα στην άκρη και αυτά που ακόμη κινούνται στους δρόμους, κάνουν τον οδηγό ακόμη πιο μίζερο και θλιμένο. Υπολόγιζε ίσως σε μια δουλειά και ένα σταθερό εισόδημα που τελικά, δεν το πήρε. Απολύθηκε, γιατί η εταιρεία του δεν τα έβγαζε πέρα πια...
Και μετά, έρχονται οι άστεγοι που ζητούν βοήθεια και έλεος από σένα που είσαι κάπως καλύτερα και θέλεις να προσπαθήσεις και δεν τα καταφέρνεις πλήρως και απογοητεύονται και αυτοί και εσύ... Μακάρι να ήταν αλλιώς τα πράγματα....

Kαι μετά μου ρωτάνε τι τι κακό έχει το σπίτι μας



Tην ιστορία με τα τρία γουρουνάκια σίγουρα την ξέρουμε όλοι. Αυτό που δεν ξέραμε και μάθαμε, είναι ότι και το σπίτι μου είναι φτιαγμένο με τον ίδιο τρόπο. Αν λίγο φυσήξει, είναι όλα στον αέρα. Τουλάχιστον, δεν βαριέμαι ποτέ. Πάντα έχω για κάποιον μαλάκα εργολάβο να μιλήσω. Στα δικαστήρια.

Σάββατο, 23 Φεβρουαρίου 2013

H Συνέχεια

Oι γονείς μου στην πραγματικότητα, μετά το γεγονός αυτό, απομακρύνθηκαν ο ένας από τον άλλον. Ο κόσμος τους έβλεπε μαζί, αλλά οι σπιτικοί ήξεραν την αλήθεια. Παιδικό δωμάτιο δεν απέκτησα ποτέ. Ποτέ όσο ζούσε η μαμά με τον μπαμπά. Συνήθως κοιμόμουν ανάμεσα τους, στο κρεβάτι τους. Έλεγαν πως δεν χωράω αλλού. Εγώ όμως ένιωθα πως όλο αυτό ήταν απλά δικαιολογία. Από τα παιδιά, εξάλλου δεν κρύφτηκε κανείς.
Τις περισσότερες φορές κούρνιαζα σε εμβρυϊκή στάση και δεν ακουμπούσα κανέναν από τους δύο. Ένιωθα την ανάσα τους να πάλεται πάνω στο στρώμα, αλλά μέχρι εκεί. Έκλεινα τα μάτια και έσφιγγα τις παλάμες μέχρι να με πάρει ο ύπνος.
Τον μπαμπά τον φοβόμουν και τον αγαπούσα ταυτόχρονα. Ήταν ένας απλησίαστος άνθρωπος που όμως μου άνηκε. ίσως να μην ήταν έτοιμος να γίνει πατέρας τότε. Δεν θυμάμαι να παίξαμε ποτέ, όπως κάναμε με την μαμά. Συνήθως, μαζεύονταν στο σπίτι μουσικοί και καθόταν μαζί τους για να παίξουν. Την ημέρα κοιμόταν και την νύχτα έλειπε. Όσοι τον ξέρουν λένε, ότι είναι ένα εργατικό παιδί με μεράκι και ταλέντο. Δεν αμφιβάλλω. Αλλά εγώ δεν ήμουν ούτε κλαρίνο ούτε αρμόνιο ούτε ντραμς. Θα μου άρεσε να ήμουν μόνο και μόνο για να έχω μια ευκαιρία να ασχοληθεί μαζί μου τότε που τον είχα πραγματικά ανάγκη και τον ζητούσα να είναι δίπλα μου να μου κρατά το χέρι και να μου χαίδευει τα μαλλιά. Χωρίς υποσχέσεις και λοιπές βαριές κουβέντες. Απλά να είναι εκεί.
Τύχαινε να μπαίνω μέσα στα νοσοκομεία για εγχειρήσεις και να με στηρίζουν μπαμπάδες από άλλα παιδάκια. Να μου κρατάνε το χέρι και να μου λένε πως ο μπαμπάς όπου να ' ναι θα ΄ρθει. Ήξερα ότι δεν θα έρθει και δάκρυζα. Αυτοί δεν τον γνώριζαν και το έπαιρναν απλά σαν... παιδική αδυναμία.
Αδύναμη δεν ήμουν ποτέ πραγματικά. Πάντα είχα το κουράγιο να τολμώ. Για να αποδεικνύω στους άλλους πως αφού τα κατάφερα εγώ, τότε μπορούσε άνετα να τα καταφέρει ο οποιοσδήποτε...

Τρίτη, 19 Φεβρουαρίου 2013

Σύγχρονη Σταχτοπούτα

H μαμά μου ήταν ένα πλασματάκι που πέρασε τόσα πολλά. Οι γονείς της την άφησαν από έννια ημερών να μεγαλώσει με την γιαγιά και έφυγαν για την ξενιτιά μπας και βρουν δουλειά. Χρόνια δύσκολα τότε. Τα μόνα δώρα που έπαιρνε ήταν τα χριστούγεννα. Μερικές κούκλες πλαστικές που της έστελναν η γιαγιά και ο παππούς από το εξωτερικό.
Τους γονείς της τους είδε στα δώδεκα όπου και επέστρεψαν για λίγο στην Ελλάδα για να αφήσουν και τον θείο μου, ο οποίος ήταν ήδη δύο χρονών τότε. Ο παππούς με την γιαγιά έκαναν άλλο ένα κοριτσάκι, το οποίο το κράτησαν μαζί τους ώσπου πήγε η μαμά μου δώδεκα χρονών και τους πήραν μαζί τους στην Γερμανία.
Επειδή η γιαγιά μου και ο παππούς μου δούλευαν ως αργά το βράδυ, η μαμά έπρεπε από τα δώδεκα της να πηγαίνει στο σχολείο, να κάνει τα μαθήματα της, εξωσχολικές δραστηριότητες, να προσέχει τα αδέρφια της, να μαγειρεύει, να πλένει, να σιδερώνει και να κρατάει γενικώς το σπίτι πεντακάθαρο. Σύγχρονη Σταχτοπούτα.
Κάποτε θέλησε να ξεφύγει από όλο αυτό. Γνώρισε τον πατέρα μου. Μουσικός στο επάγγελμα και δέκα χρόνια μεγαλύτερος από αυτήν. Αυτήν δεκαέξι μόλις. Αρραβωνιάστηκαν και έμειναν στο σπίτι του. Στο ίδιο σπίτι, έμενε η μαμά του μπαμπά μου, ο μπαμπάς του η αδερφή του και η γιαγιά του όσο έζησε. Κι μπαμπάς του μπαμπά μου, μουσικός ακόμη. Το ταμείο το διαχειριζόταν πάντα η μαμά του μπαμπά μου και ακόμη και ένα χαρτομάντηλο να ήθελες να πάρεις, έπρεπε να έχεις την άδεια της. Το κακό στην υπόθεση ήταν ότι η γιαγιά μου δεν την ήθελε για νύφη της. Και αντί να γλιτώσει από την ζωή που είχε η μαμά μου, έπεσε μέσα σε ένα λάκο με φίδια που την έτρωγαν κάθε μέρα. Καθάριζε και εκεί το σπίτι και υπηρετούσε ξανά άτομα. Τόσο πολλή δυσκολία, που πριν από μένα είχε δύο αποβολές λόγω έλλειψη ξεκούρασης. Αργότερα, έμεινε έγκυος ο θεία μου και η μαμά μου, αν και έγκυος επίσης, είχε να προσέχει και τον ξάδερφο μου, επειδή η θεία μου έπρεπε να συνεχίσει τις σπουδές της και δεν γινόταν να παίρνει τον μπέμπη μαζί στην σχολή για να γράφει και να περνάει διαγωνίσματα.
Ύστερα από όλα αυτά τα βάσανα, έσπασαν τα νερά της στον πέμπτο μήνα. Νοσηλεύτηκε για ένα μήνα στο νοσοκομείο κάτω από ειδική αγωγή και τελικά μπήκε στο χειρουργείο ένα μήνα μετά για να με γεννήσει. Στην αρχή οι γιατροί έλεγαν να με βγάλουν με καισαρική, όμως η μαμά μου ήθελε να με γεννήσει φυσιολογικά, γιατί πίστευε πως δεν θα μπορέσω να ζήσω διαφορετικά, λόγω του ότι ήμουν πολύ μικρή.
Έκανα γύρω στις 38-48 ώρες να γεννηθώ. Εκείνη την μέρα θα μπορούσαν να δουν και η μαθητευόμενοι γιατροί πώς γίνεται μία φυσιολογική γέννα σε πραγματικές καταστάσεις. Ο γιατρός τους έβαλε να καθαρίζουν κουτάλες και αφού είδε ότι εγώ αργώ να γεννηθώ, αποφάσισε να πάει για έναν καφέ, γιατί υπολόγιζε ότι σαν πρώτη γέννα και μετά από τόση αργοπορεία, έχω μέλλον ακόμη.
Πέντε με δέκα λεπτά αφού έφυγε ο γιατρός, η μαμά μου ένιωσε ένα πολύ δυνατό πόνο και φώναξε πως γεννάει. Ένας μαθητευόμενος που ασχολούνταν ακόμη με τις κουτάλες που του είχε αναθέσει ο καθηγητής του, γύρισε ξαφνιασμένος και με χτύπησε με την κουτάλα στο κεφάλι κατά λάθος. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να μου δημιουργηθεί ένα αιμάτωμα.
Οι γιατροί είπαν στους γονείς μου ότι θα μείνω φυτό και τους πρότειναν να με αφήσουν σε κάποιο ίδρυμα. Όπως έλεγαν, δεν θα μπορούσα να σταθώ ποτέ στα πόδια μου, να μιλήσω και να δω. Ο πατέρας μου, πάντα ήθελε αγόρι και δεν ήμουν. Είχε πει πως είναι καλύτερα να με αφήσουν εκεί και να προσπαθούσαν να κάνουν άλλο παιδάκι κάποια στιγμή. Όμως, η μαμά μου ύστερα από δύο αποβολές και ένα τάμα που είχε κάνει, αποφάσισε να με κρατήσει και να τρέξει μόνη της στους γιατρούς μαζί μου αν χρειαστεί.
Κάπως έτσι, φύγαμε στο εξωτερικό για να αφαιρέσουμε το αιμάτωμα. Πάνω στην εγχείρηση σταμάτησε η καρδιά μου και οι γιατροί προσπάθησαν να με επαναφέρουν με χίλιους δύο τρόπους. Ύστερα από αρκετές μέρες, είπαν στην μαμά μου για το χαρτί θανάτου ή όπως αλλιώς λέγεται και της ζήτησαν να καλέσει τους συγγενείς σε περίπτωση που μέχρι την άλλη μέρα δεν συνελθώ για να γίνει η μεταφορά του σώματος και στο τέλος η κηδεία μου. Για καλή μου τύχη ή θαύμα, εκείνη την ημέρα η καρδιά μου άρχισε να λειτουργεί ξανά και να έχει κανονικό παλμό.
Όταν αποφασίσαμε να γυρίσουμε στην Ελλάδα, ήταν η περίοδος άνθισης της αεροπειρατείας. Κι επειδή πίστευαν ότι υπάρχει κρυμμένος εκρηκτικός μηχανισμός στο κεφάλι μου, μου έβγαλαν τις γάζες για να βεβαιωθούν ότι δεν υπάρχει τίποτα ύποπτο.
Έτσι έμεινα μέχρι τριών χρονών στην Γερμανία και όπως είπα και σε προηγούμενο ποστ, έκανα γενέθλια με τους γιατρούς μόλις έκλεισα τον πρώτο χρόνο ζωής μου. Για τους γιατρούς, ήμουν πάντα ένα αγγελούδι.
Συνεχίζεται...

Ο Αντωνάκης

Ακούω κοπέλες να κλαίνε και να οδύρωνται που έφαγαν χυλόπιτα και δεν τους θέλει το αγόρι που θέλουν και γελάω, γιατί υπάρχουν σοβαρότερα προβλήματα και πάνω από όλα, όλοι μας έχουμε φάει χυλόπιτα και δεν μπορούμε να είμαστε και μέσα στα γούστα του καθενός. Για παράδειγμα, εγώ έχω έρωτα με την κουνελομάνα. Ωστόσο, ο κολλητός μου την θεωρεί σκύλα. Με αφορμή λοιπόν όλο αυτό, θυμήθηκα το κεφάλαιο έρωτες και χυλόπιτα και για αυτό θα μιλήσουμε σήμερα.
Το πρώτο παιδάκι που αγάπησα και μάλιστα, θα πηγαίναμε και για.... γάμο ήταν ο Αντωνάκης από το νηπιαγωγείο. Ενα ξανθό αγοράκι με καστανά ματάκια και λιλιπούτια χεράκια τον οποίο τον φιλούσα στα διαλείμματα στο μάγουλο και μου είχε ζητήσει να παντρεύτουμε όταν μεγαλώσουμε και να κάνουμε πολλά πολλά παιδάκια. Μάλιστα, σαν γνήσια νοικοκυρά που ήμουν, είχα ζητήσει από την μαμά μου να μου αγοράσει κλωστή να αρχίσω να κεντάω για την προίκα μου. Είχα πάρει σταυροβελονιά και έκατσα να κεντάω ένα καραβάκι για να το κάνω τελικά, κάδρο στο δωμάτιο μου μετά από χρόνια.
Ο Αντωνάκης ήταν σωστός άντρας. Έκοβε γρασίδι από τον κήπο του σπιτιού του για να μου χαρίσει, μου αγόραζε τσίχλες, μου έδινε την πιπίλα του και τρώγαμε παρέα τις φακές και τα τορτελίνια που του μαγείρευε η μαμά του να τρώει στο σχολείο το μεσημέρι. Μαζί του κουβαλούσε συνήθως ένα καφέ μικρό αρκουδάκι που το είχε κερδίσει σε παιδικό γεύμα. Εκείνο το αρκουδάκι το είχαμε σαν παιδάκι μας. Το φροντίζαμε σαν κανονικό μωρό και μάλιστα, αυτός ήταν και ο λόγος που η δασκάλα μας κάθε φορά φώναζε πως το αρκουδάκι δεν πίνει το γάλα που του δίνουμε παρά μόνο ποτίζεται το χαλί.
Αργότερα, στο μάθημα κάναμε ένα είδος σεξουαλικής αγωγής όπου το αγόρι μαθαίνει ότι έχει πουλάκι και το κορίτσι κουτάκι και πως οι μεγάλοι αγκαλιάζονται μέσα σε ένα σμήνο από πεταλούδες και μέλισσες και λουλούδια και βγαίνει ένα σποράκι που φυτεύεται στην κοιλίτσα της μαμάς και βγαίνουμε εμείς.  Όταν το ακούσαμε αυτό, εγώ και ο Αντώνης κοιταχτήκαμε στα μάτια. Ο Αντώνης ήταν αλεργικός στις μέλισσες. Κι εγώ τις φοβόμουν, όπως ο διάολος του λιβάνι.  Αυτή η σχέση δεν μπορούσε να συνεχιστεί.
Συνεχίζεται...

Η Σουζάνα

H Σουζάνα ήταν ένα πολύ γλυκό κοριτσάκι που μπορούσε να μπει κατευθείαν μέσα στην καρδιά σου με την απλόχερη βοήθεια της και το ζεστό χαμόγελο της. Ήταν κοντούλα και στρουμπουλή, με καστανά ματάκια και καταμαύρα μαλλιά σε ίσια φόρμα με φράντζα που συχνά κάλυπτε τα μάτια της. Τα χείλη της ήταν γεμάτα και φορούσε πάντα μια κόκκινη στέκα με πασχαλίτσα στο πλάι. Η καταγωγή της ήταν από την Γεωργία, αλλά από τότε που γεννήθηκε μεγάλωσε στην Ελλάδα μαζί με τους γονείς της και την κατά δύο χρόνια μεγαλύτερη αδερφή της, την Γκαϊάννα. Για την αδερφή της, δεν έχω να σας πω πολλά, δεν με συμπαθούσε και τα αισθήματα ήταν αμοιβαία.
Η Σουζάνα, δεν ήξερε καλά ελληνικά και πάντα παιδεύομουν να καταλάβω για το τι τελικά θέλει να πει με κάθε της πρόταση. Σιγά σιγά, αρχίσαμε να επικοινωνούμε καλύτερα και ότι δεν καταλαβαίναμε προσπαθούσαμε να το ζωγραφίσουμε ή να παίξουμε παντομίμα για να το βρούμε. Κι αυτό γιατί, το σχολείο στο οποίο πήγαινα δεν είχε πολλά παιδιά από Ελλάδα και όλοι πάνω κάτω λέγαμε τα δικά μας.
Στην δευτέρα δημοτικού, αναγκαστήκαμε να μετακομίσουμε, γιατί η μαμά μου βρήκε αλλού δουλειά, οπότε και έπρεπε να αλλάξω σχολείο. Η αλήθεια είναι, ότι σετναχωρέθηκα πολύ, αλλά δεν έκανα και πάρα πολύ καιρό για να προσαρμοστώ στην ιδέα.
Με την Σουζάνα μας είπαν ότι μπορούμε να μιλάμε στο τηλέφωνο και να βρισκόμαστε τα σαββατοκύριακα. Έτσι και έγινε τον πρώτο καιρό. Κάναμε σαν παλαβά όταν βρισκόμασταν. Αργότερα, μετακόμισε και η οικογένεια της Σουζάνας και σταματήσαμε να βρισκόμαστε.
Την είδα ύστερα από 7 χρόνια. Κοπέλα πια. Μου συστήθηκε σαν Σουζάνα για τους φίλους και Χριστίνα για τους ξένους. Είχε βαφτηστεί χριστιανή πια και αυτή και η αδερφή της. Από τότε έχω να την δω...

O παιδικός σταθμός

Όταν έφτασε ο καιρός να πάω στον παιδικό σταθμό η μάνα μου ήταν μέσα στο άγχος και όχι άδικα. Είχα υποβληθεί σε τρεις εγχειρήσεις γύρω από τον τένοντα και το αιμάτωμα που εμφάνισα στο κεφάλι κατά την πρόσκρουση της κουτάλας πάνω στο κεφάλι μου στην διάρκεια της γέννας, όπου ήμουν και πόντο πόντο με γύψο. Το άγχος δεν προερχόταν από την εικόνα μου, αλλά από τον ρατσισμό που λάβαμε από τους εξωτερικούς παράγοντες και κυρίως από τους δημόσιους παιδικούς σταθμούς, οι οποίοι μας έκλειναν την πόρτα κατάμουτρα για να μην δημιουργηθούν ψυχολογικά προβλήματα στα άλλα παιδάκια από το θέαμα που θα αντίκριζαν. Φυσικά, οι γάζες από το κεφάλι μου είχαν αφερεθεί και το μόνο που φαινόταν ήταν δυο γύψοι στα πόδια μου. Δεν μπορώ να καταλάβω πού ήταν το κακό.
Το μόνο κακό στην όλη υπόθεση, ήταν ότι εγώ έμεινα μόνη μου και αποξενωμένη από τα παιδιά της ηλικίας μου και συνέχισα να μεγαλώνω με την ίδια λογική ακόμη και όταν πήγα στο δημοτικό και στο γυμνάσιο. Άρχισα να ακονίζω το μυαλό μου για να είμαι αντάξια συνομιλητής απέναντι σε έναν άνθρωπο που είναι μεγαλύτερος μου κατά πέντε και αργότερα κατά δέκα και είκοσι χρόνια. Ήταν για μένα ένα πολύ όμορφο παιχνίδι. Ούτος ή άλλος εγώ μέχρι τριών χρονών, δεν μπορώ να πω ότι έπαιξα με παιχνίδια. Το μεγαλύτερο διάστημα της ζωής μου το θυμάμαι καλυμμένο από σκηνές νοσοκομείου. Μάλιστα, έχω και φωτογραφίες που έκλεισα το πρώτο μου έτος σε κλινική της Γερμανίας και σβήνουμε τα κεράκια μαζί με τους γιατρούς. Κάποτε ήθελα να γίνω και εγώ γιατρός. Να βοηθάω κόσμο. Όμως η ευθύνη ήταν μεγάλη. Δεν ήθελα να γίνω σαν όλους αυτούς που με πετσώκοψαν. Κι έτσι άλλαξα πορεία με πολύ κόπο.
Μίλησα σχετικά νωρίς. Το αστείο της υπόθεσης είναι ότι δεν περίμεναν καν να μιλήσω ή να δω οι γιατροί. Αν και πρώτη δημοτικού, δεν πήγα στο χρόνο μου πάνω, έμεινα στο σπίτι και έμαθα όλα όσα μου ήταν απαραίτητα. Εμαθα να λέω ποίηματα, να γράφω, να διαβάζω και να μετράω ως το εκατό. Έμαθα να ζωγραφίζω και να κάνω χειροτεχνίες.
Περπάτησα αργά βέβαια. Μέχρι πέντε μισι χρονών μπουσουλούσα. Και παρ'όλο που βγάλαμε το γύψο, χρειάστηκε αρκετός καιρός κάτω από φυσιοθεραπείες και διάφορες ασκήσεις για να μπορέσω να πατήσω εστω και για λίγο όρθια στα πόδια μου.
Όταν τελικά κατάφερα να πάω στο δημοτικό, η δασκάλα μου, η κυρία Τούλα, εξήγησε με πολύ γλυκό τρόπο στα παιδιά για μένα. Τους είχε πει ότι μια μελισσούλα είχε τσιμπήσει το πόδι μου και πως για αυτό δεν μπορώ να το πατήσω καλά τώρα. Εκεί, έκανα και την πρώτη μου καλή φίλη: Την Σουζάνα.

Κυριακή, 17 Φεβρουαρίου 2013

O Περίπατος

Είναι από τις μέρες που κοιτάς λίγο να απομακρυνθείς από όλα τα ναρκωτικά και τους εθισμούς που σου προσφέρει απλόχερα η τεχνολογία το τελευταίο διάστημα. Να γυρίσεις πίσω στην φύση. Να απολαύσεις τον ουρανό και τα σύννεφα, τον ήλιο, την βροχή. Να τα νιώσεις στο δέρμα σου, στην πλάτη σου, στα μαλλιά σου. Να χαμογελάσεις στο Θεό, γιατί ναι. Είναι πανέμορφα τελικά να περπατάς μέσα σε κόσμο και να παρατηρείς αντιδράσεις. Να προσπαθείς να αναγνωρίσεις αρώματα, τόνους φωνής και πρόσωπα. Σαν το παιχνίδι που παίζαμε παιδάκια με τις ταμπέλες. Είναι ψηλός με μουστάκι και κόκκινα μαλλιά. Όχι, δεν είναι. Το θυμάσαι όμως και αυτό έχει σημασία. Και σημασία έχει το κάθε τι τελικά, αρκεί να πάρουμε την απόφαση και να του την δώσουμε. Τόση όση του αρμόζει και δεν το κάνει να φαίνεται φθηνό και άνοστο στα γούστα της ψυχής μας, γιατί αυτήν την κουβαλάς για πάντα μέσα σου.
Θυμάμαι μια χρονιά που πήγαμε σε μοναστήρι. Είχε κάνει τάμα η μάνα μου και μείναμε είκοσι μέρες εκεί. Καθαρίζαμε μπάμιες, φασολάκια, πατάτες. Φτιάχναμε γλυκά για τους επισκέπτες και φαγητό για το βράδυ. Μάλιστα, αν έφερναν προσφορά για κάποιο τάμα, έπρεπε να μαγειρευτεί την ίδια μέρα και οι φιλοξενούμενοι του μοναστηριού να έχουν την άψογη αντιμετώπιση και φροντίδα. Προσεύχομασταν ανά τακτά διαστήματα. Ξυπνούσαμε πολύ πρωί και η μόνη επικοινωνία που είχαμε ήταν αυτή με τους μοναχούς. Όταν γυρίσαμε στην πόλη πια, και περάσαμε ανάμεσα από το κέντρο της πόλης, η κίνηση και ο θόρυβος, μας τρόμαξε. Αγρίμια που έτρεχαν σε μια παράλληλη οδό προβατοποίησης και τρέλας. Τότε το μόνο που ένιωθα να θέλω, ειναι να κλειστώ στο σπίτι μου και να μην βγω ώσπου να πεθάνω. Ύστερα άρχισα την αλληλογραφία με τα μοναστήρια και μου πέρασαν όλα.
Αυτό που με κέντρισε περισσότερο το ενδιαφέρον, είναι κάτι που μας είχε πει μια καθηγήτρια φέτος, που της το είχε πει ένας φίλος της φωτογράφος που τώρα δεν ζει πια. Έλεγε, λοιπόν, πως κανένας άνθρωπος δεν κοιτάζει πάνω από το ύψος του την ώρα που περπατάει. Στην αρχή, ομολογώ πως δεν το πίστεψα και στο τέλος γέλασα. Όμως, επειδή είμαι και περίεργος άνθρωπος, άρχισα να παρατηρώ και να το έχω συνεχώς στο μυαλό μου. Παρατήρησα πως είχε δίκιο. Όλοι ήταν τόσο βιαστικοί που ούτε καν το φανάρι δεν κοιτούσαν. Από ένστικτο περνούσαν το φανάρι, επειδή έβλεπαν να περνάνε κι άλλοι. Μιλούσαν στο κινητό τους και παράλληλα κρατούσαν δέκα σακούλες από ψώνια σε ποζέρικα μαγαζιά και ένα βαρέλι καφέ για να τους κρατήσει τα νεύρα σε σειρά για να δουλέψουν το τετράωρο για το οποίο ζήτημα αν θα πληρωθούν, αλλά θα τα χρεωθεί το πορτοφόλι του μπαμπά ή του συζύγου ή δεν θα πληρωθεί και ποτέ και θα μείνει στην λίστα με τα χρωστούμενα. Ίσως σε πιο όμορφη πόζα από αυτήν που παίρνει συνήθως ο ιδιοκτήτης του στα μπαρ. Δεν έχω κάτι με τα μπαρ.
Δεν υπάρχει μεγαλύτερη απόλαυση από τα παγκάκια. Αυτά που από πάνω τους έχω ένα δέντρο και τα ανακαλύπτεις σαν πηγή νερού στην έρημο λίγο πριν την αφυδάτωση και την τρέλα. Καθισμένος εκεί μπορείς να δεις τα πάντα. Από άλλο ύψος και από άλλη γωνία. Συνήθως, οι περαστικοί που σε κοιτάζουν σε περνάνε για τρελό και δεν σου δίνουν σημασία. Όμως ούτε εσύ θέλεις να σου δώσουν σημασία. Δεν πήγες εκεί για να πιάσεις την κουβέντα. Είσαι ένας απλός παρατηρητής και τίποτα άλλο. Η κουβέντα θα γίνει στο μυαλό σου. Το βράδυ, στο κρεβάτι σου. Πάνω στο μαξιλάρι που  αναλύεις τα πώς και τα γιατί πριν τον ύπνο. Και θα χαμογελάσεις. Γιατί θα έχεις κάνει καλά την δουλειά σου...

Ο Παππούς Μου


Ο Κότσος, όπως τον φώναζαν οι χωριανοί και οι συγγενείς καμιά φορά, όταν γεννήθηκα ζήτημα να ήταν σάραντα. Μικροπαντρεύτηκε αυτός, μικροπαντρεύτηκε και η μάνα μου και βγήκα εγώ. Το πώς βγήκα, θα το συζητήσουμε σε άλλο κεφάλαιο, γιατί πρέπει να είμαι προετοιμασμένη ψυχολογικά και εγώ και εσείς. Τα μαλλιά του ήταν ακόμη μαύρα τότε και φορούσε καφέ τετράγωνους σκελετούς στα γυαλιά του που κάλυπταν το σχήμα του προσώπου του, αλλά προμοτάριζαν το μαλλί του που το υπεραγαπούσε και το είχε στην περιποίηση. Για δύο χρόνια είχε μουστάκι. Μπορεί να ήταν της μόδας. Ποτέ δεν ρώτησα παραπάνω, γιατί δεν με ενθουσίαζε η ιδέα. Σκεφτόμουν τις περιγραφές που μου έκαναν όταν έτρωγε σούπα. Κι έμενα εκεί. Πάντα.
Ήμουν το πρώτο εγγόνι της οικογένειας και όπως λένε πολλοί, το πρώτο εγγόνι είναι και το πιο αγαπημένο. Θα ήθελα πολύ να διαφωνίσω σαν πνεύμα αντιλογίας που είμαι, αλλά δεν θα το κάνω. Ο παππούς με αγαπούσε πολύ και ποτέ δεν μου χάλασε χατήρι. Μια χρονιά μου είχε αγοράσει ολόκληρη κουζίνα και άλογα, ορισμένα χρυσαφικά και ένα κυπελάκι παγωτό. Για αυτόν ήμουν η πριγκίπισσα του και μου έπαιρνε ότι έβλεπε και του άρεσε και ότι ήταν δυνατό, τελικά, να μου το αγοράσει. Για να πω την αλήθεια, τα αγαπημένα μου δώρα ήταν κάτι περίεργες ξύστρες σε σχήματα κιθάρας, καρδιάς, τηλεόρασης και αστροναύτη που είχε κάποτε ο Μασούτης και η Ενωση που δούλευε ο μπαμπάς μου.
Ύστερα γεννήθηκε η ξαδέρφη μου και άρχισα όλα αυτά να τα μοιράζομαι. Δεν με χάλασε. Γιατί είχαμε τις δικές μας, τις προσωπικές μας στιγμές εκεί στο κρεβάτι όποτε τον ξυπνούσα και μου χάιδευε τα μαλλιά και μου έλεγε ότι είμαι αγγελούδι ή τότε στην κουζίνα που ετοιμάζαμε πούπκες και παπάρες με γάλα και ζάχαρη. Οκ, δεν μπορώ να πω ότι τρελαινόμουν και ιδιαίτερα. Για μένα το αγαπημένο φαί που κάνει η γιαγιά είναι το κάσα. Ξέρω ότι θα το συνδιάσετε με την γνωστή κάσα, αλλά το μόνο κοινό τους είναι ότι είναι και τα δύο θάνατος. χαχα
Όσο θυμάμαι τον εαυτό μου να μεγαλώνει στο πλάι του, χαίρομαι. Ζήσαμε σε έναν κόσμο που αν και ο πόνος ήταν δίπλα μας κάτω από διάφορες μορφές, μπορούσαμε να αναγνωρίσουμε μια νεράιδα, μια πυγολαμπίδα, μια χρυσόμυγα, ένα ξωτικό... Την αγάπη όλη. Μέσα στην παλάμη μας. Σε μια αγκαλιά. Στην καρδιά μας. Ο παππούς μας έλεγε πολλές ιστορίες για νεράιδες και μαίες νεραιδών. Όπως έλεγε, υπήρχε μια μαία στο χωριό μας και συχνά την καλούσαν για να τις ξεγεννήσει. Ήταν καλές κοπέλες και όμορφες πολύ. Αλλά έκαναν μόνο κορίτσια. Ήθελαν μόνο κορίτσια. Αν τύχαινε να κάνουν αγόρι, μάλιστα, έπρεπε να το τυλίξεις μέσα σε φύλλα από κρεμμύδι και να το φασκιώσεις γρήγορα γρήγορα να μην το δουν. Σύχναζαν κοντά σε ποτάμια και έβγαιναν μετά τις δώδεκα περίπατο ανάμεσα στα ξύλα που εμείς κόβαμε για να βάλουμε στην σόμπα το χειμώνα να ζεσταθεί το κοκκαλάκι μας. Εμείς μέναμε να περιμένουμε στο παράθυρο με την ξαδέρφη μου τόσο που αποκοιμιόμασταν και μας έβρισκε το πρωί που οι νεράιδες ήταν κουρασμένες και κρυβόντουσαν στα μανιταράκια.

Συνεχίζεται....

Ο Μπαμπάς Μου

Με πήρε ο μπαμπάς τηλέφωνο……
58 δευτερόλεπτα κλήση!!!!!!!!!!!!!
Καλύτερα να μην παίρνει καθόλου….
Με κάνει να τον θυμηθώ και μέχρι να τον θυμηθώ……Το κλείνει!
Την τελευταία φορά που τον είδα ( Τα Χριστούγεννα πρέπει να ήταν)….Μαζί με κάτι σοκολάτες, μου έδωσε και δυο τρεις φωτογραφίες του με κάτι συγγενείς από την Αμερική…..
Οι συγγενείς με άφησαν αδιάφοροι…..Ούτε που τους είχα ξαναδει…..
Και να τους είχα δει δεν τους θυμόμουν……
Ενώ ο μπαμπάς για μένα φάνταζε σαν κάτι το απογορευμένο…..
Κάθε φορά που τον νοσταλγώ και το λέω στη μαμά……Νευριάζει και λέει ότι δε με μεγαλώνει αυτός τόσα χρόνια, αλλά ο Άρης και του οφείλω πολλά……Και πως αυτός ο άνθρωπος είναι συγγενής μαζί μου μόνο στα χαρτιά……
Πέρασε πολλά μαζί με το μπαμπά η μάνα μου…..
Μικροπαντρεύτηκε και κρεμάστηκε από πάνω του…..
Αν και δε τη δικαιολογώ....
Του'κανε κι αυτή με τη σειρά της πολλά.....
Επειτα ορμήξαν τα σόγια κι άρχισε το πατηρντί………
Δεν παύει όμως να είναι πατέρας μου…..
Να ρέει το ίδιο αίμα στις φλέβες μας και να έχω αδέρφια από αυτόν……
Στα όποια μακάρι η αίχρα που προσπαθεί να σπείρει η γυναίκα του για μένα, να μην τα αγγίξει…
Δεν φταίω εγώ αν δεν ταιριάξαν……
Κι ούτε της πήγα κόντρα επειδή παντρεύτηκε το μπαμπά…….
Της πήγα κόντρα επειδή δεν με άφηνε να επισκέπτομαι τον μπαμπά…
Κακά τα ψέματα……Το σπίτι είναι του μπαμπά….
Είμαι παιδί του και θα τον βλέπω...
Είμαι κομμάτι του…
Τι σημασία έχει αν έχει κι άλλα παιδιά;
Όλα το ίδιο δεν είμαστε;
Ισως τα άλλα να τα πονάει πιο πολύ, γιατί τα μεγαλώνει...
Αλλά…..Εγώ;;;;
Δεν θα υπάρχω κάπου κι εγώ μες την καρδιά του;
Σίγουρα... Σίγουρα... Κάπου μέσα του...
    

Σάββατο, 16 Φεβρουαρίου 2013

KART

 Είναι και αυτές οι μέρες που θέλεις να βγάλεις κάπου όλη αυτή την ενέργεια που έχεις μέσα σου και καίει αργά και βασανιστικά το είναι σου δευτερόλεπτα, λεπτά και μέρες. Ίσως τα καρτ να είναι ο μοναδικός τρόπος ο οποίος σου προσφέρει αυτή την εκτόνωση άμμεσα και διασκεδαστικά με ελάχιστα χρήματα και κόπο.














Παιζώτοπος



























Σάββατο, 9 Φεβρουαρίου 2013

Πονάω πολύ...

Είναι από τις μέρες που πονώ. Σωματικά και ψυχολογικά. Με έπιασε και μια γρίπη και νιώθω τα κόκκαλα μου ακόμη πιο αδύνατα από πριν. Η μέση μου με πεθαίνει και με κάνει να νιώθω σαν γριά που μόλις έβαλε το ένα πόδι στον τάφο και περιμένει. Συνήθως, δεν ένιωθα τόσο αδύναμη ούτε η μέση με πονούσε τόσο πολύ. Όμως οι πάτοι έχουν την ιδιότητα να προσπαθούν να ισιώσουν όλα τα κόκαλα που πιθανώς να ήταν στραβά και να σε κάνουν να περπατάς ίσια. Με αποτέλεσμα να πονάς πού και πού. Εγώ πονάω συχνά. Πιο συχνά από όσο θα περίμενα. Νιώθω να μαγκώνουν τα πάντα. Πέφτω συχνά και μαζί με αυτό, πέφτει και η ψυχολογία μου. Η γιατρός μου λέει ότι είναι καλό που πέφτω... Όμως, δεν μπορώ να το κατανοήσω. Γεμίζω μελανιές και πονάω. Συνήθως αν χτυπήσω, τα σημάδια δεν φεύγουν. Έχω καντούρια από την γιαγιά και βάζω. Τσούζει αλλά βοηθάει πολύ. Σε μια βδομάδα φεύγει αρκετά το σημάδι. Ίσως να μην το έχεις και καθόλου. Μου είπε, ότι είχα αρχίσει να εμφανίζω σκωλείωση και πως με τους πάτους, μπορεί και να το γλιτώσω, μακάρι. Είμαι που είμαι κοντή, κουτσένω που κουτσένω δεν θέλω να έχω και σκωλείωση μέσα σε όλα. Νιώθω τόσο πολύ άγχος. Όλοι μου οι γνωστοί βγαίνουν έξω και κάνουν σχέσεις. Εμένα, όπως και να το κάνουμε δεν με ψάχνει κανείς. Βρήκα διέξοδο βέβαια, στην μουσική και στο γράψιμο, αλλά και αυτό πολλές φορές δεν φτάνει να γλιτώσει το κλάμα που βγαίνει αβίαστα από μέσα σου.
Ίσως είναι και η ηλικία. Είμαι δυνατή ρε, δεν νιώθω. Είμαι νίντζα. Ε... Ναι, είμαι και δεν είμαι, θα πρέπει να γίνω. Υπάρχουν και χειρότερα, έτσι πρέπει να σκέφτομαι και να χαμογελάω και να ευχαριστώ που έχω μια ζωή... Καλύτερη από κάποιον άλλον.

Ίσως κάποια μέρα να γίνω άνθρωπος

Ίσως κάποια μέρα να ανήκω στους ανθρώπους... Σε αυτούς που παρατηρούσα από μωρό σε μια απλή βόλτα στο πάρκο, σε μια απλή αναζήτηση στην λαϊκή αγορά... Εκείνους τους βιαστικούς, με τις βαριές τσάντες που το ρολόι τους το είχαν σύμμαχο και εχθρό ταυτόχρονα. Ντρέπομαι και λυπάμαι όταν το είδος αυτό εξευτελίζεται τόσο πολύ στον πέρασμα των χρονών. Βλέπεις γιαγιάδες με πολύχρωμα ρούχα και τσεμπέρια στο κεφάλι να κουτσένουν και να χαμογελούν, νομίζεις πως θα πέσουν και κάνεις την κίνηση για να τους δώσεις το χέρι σου να στηριχτούν... Ύστερα ανακαλύπτεις πως το βάδισμα τους είναι μια χαρά και γρηγορότερο και από ελάφι ακόμη... Απλά κοροϊδεύουν εσένα. Όλα είναι ένα δυνατό αντικαθρέπτισμα. Από τον τρόπο που κινείσαι μέχρι τον τρόπο που σκέφτεσαι και υπάρχεις. Σκέφτεσαι να την βρίσεις για να καταλάβει αυτό που είναι, μα... Κάτι σε κρατάει και δεν το κάνεις. Ισως τελικά, μεγαλύτερη σημασία να έχει να μάθεις ποιος είσαι εσύ και σε ποιον δρόμο βαδίζει η ψυχή σου... Δεν ξέρω αν είναι ο σωστός δρόμος και δεν ήξερα ποτέ για να πω την αμαρτία μου, αλλά όπου πάει το ρέμα της αλήθειας και της συνέπειας πάμε και εμείς... Ετσι έλεγε ο παππούς μου και αν και δεν ζει τώρα, δεν είναι λίγες οι φορές που μου λείπει. Ήταν αυτός που διδάχτηκε από πρώτο χέρι στην οικογένεια μας τις δυσκολίες της ζωής κι ύστερα τις μάθαμε και εμείς. Είτε ακούγοντας είτε βιώνοντας. Μερικές φορές, το να βιώνεις είναι καλύτερο γιατί δεν κοιτάς μόνο την καμπούρα του άλλου, αλλά και τρόπους για να βελτιώσεις τον εαυτό σου ένα κομματάκι παραπάνω. Πάει σχεδόν ένας μήνας που έχω τους πάτους στα παπούτσια μου. Υποτίθεται θα είχα καλύτερη ισορροπία και θα πατούσα πιο ίσια στο περπάτημα. Μια μικρή διαφορά την βλέπω. Αν όχι εγώ, οι γύρω μου σίγουρα. Σπάνια το παραδέχονται. Για δύο λόγους: 1. Για να μην επαναπαυτώ όσοι με αγαπάνε 2. Γιατί ο εγωισμός τους έχει φτάσει το ταβάνι και αν ήταν η ζήλια ψόρα, θα κολλούσε η χώρα όλη. Είναι πολύ ρατσιστικό να ακούς από κάποιους ότι οι <<ανάπηροι>> αν θα μπορούσα να με χαρακτηρίσω έτσι, γιατί δεν θεωρώ με ένα απλό κούτσεμα να μπαίνω σε αυτήν την κατηγορία, δημιουργούν την δική τους κλίκα και σε απομονώνουν, την ίδια ακριβώς στιγμή που οι αρτιμελείς κάνουν ακριβώς το ίδιο αφήνοντας σε στο περιθώρια. Ισες και καλά αξίες και ευκαιρίες δουλειάς, ίση αντιμετώπιση στην παρέα και στην  πρώτη ευκαιρία σου πετάνε τα καρφιά το ένα μετά το άλλο. Ειδικά στις εξόδους που εσύ δεν φοράς τακούνια και δεν χωρεύεις και δεν είσαι δύο μέτρα ύψος με ψεύτικη βλεφαρίδα και αη λάινερ να ανεμίζει. Βασικά, δεν ξέρω κατά πόσο με πειράζει πια... Θέλω να το αντιμετωπίσω και να γίνω καλά. Κάποια μέρα θα γίνω και θα τα πάω και περίφημα. Και θα έχω μάθει να ζω και τις δυο πλευρές και θα το ευχαριστηθώ παραπάνω. Θα έχω μάθει να αγαπάω τα ίδια πόδια που κάποτε μισούσα και έκλαιγα επειδή τα είχα. Δεν είναι εύκολο να σε αγαπάς τελικά, είναι μεγάλη υπόθεση να αγαπάς τον εαυτό σου και να ξοδεύεις ενέργεια για αυτόν στην σωστή δόση και κλίμακα. Συνήθως λέμε ότι μας αγαπάμε βέβαια. Είναι αυτό που το λες για να το πεις στους άλλους και κρυφά ελπίζεις πως θα το ακούσεις και εσύ... Όλα ξεκινάνε από την μοναξιά. Αυτή μας βάζει μέσα στα δίχτυα της κατάθλιψης. Αν και κανονικά, δεν θα έπρεπε. Ούτος ή άλλος, μόνοι μας γεννιόμαστε και μόνοι μας φεύγουμε από δω. Οκ, ίσως να μην είμαστε και τόσο μόνοι μας αν λάβω υπόψην μου το θρησκευτικό κομμάτι. Όμως μόνοι μας επιλέγουμε κάποια πράγματα. Κι ας ελπίσουμε η επιλογή μου να γίνω καλά να πιάσει τόπο. Ίσως να ήρθα να μάθω τον εαυτό μου και να μάθω μέσα από αυτό σε κάποιους άλλους να σέβονται, ίσως να μην το χειρίστηκα καλά ως τώρα αλλά ένα είναι το ζητούμενο. Αν ο άνθρωπος είναι αδύναμο ον, τότε και οι δυο πλευρές είναι αδύναμες. Οι μεν να αποδείξουν ότι ο ελέφαντας δεν είναι καμήλα και οι δε να το κατανοήσουν. Όπως εσύ έχεις ανάγκη για να πιεις νερό, να φας, να ψυχαγωγηθείς, να κρατήσεις την ψυχολογία σε ένα σταθερό επίπεδο έτσι ακριβώς νιώθει και ο εκάστοτε ανάπηρος που αποκαλείς εσύ με τόση ευκολία και αλαζονία στην γλώσσα σου χωρίς να διαχωρίζεις τις κλίμακες και χωρίς να αναγνωρίζεις τα χωράφια που πας να αγγίξεις με τόσο θράσσος. Και να σου πω και κάτι... Ανάπηρος δεν είναι αυτός που θα βρει χίλιους τρόπους να κάνει κάτι που εσύ το κάνεις με ένα συγκεκριμένο τρόπο και απλά δεν ψάχτηκες παραπάνω γιατί σε θεώρησαν απλά φυσιολογικό... Και δεν είμαι επιθετική... Απλά σήμερα πήρα θέση σε όλα τα χαζά που άκουγα τόσο καιρό. Χρειάζεται και η πιπίλα σε κάποιους, άδικα φλύαρους καμιά φορά. Και ένα μεγάλο μπράβο σε αυτούς που ξεπερνάνε το θάνατο και περπατάνε ξανά και χαμογελάνε ξανά και κάνουν μια καινούρια αρχή και λένε υπάρχει Θεός και βοηθάνε κόσμο... Απλά, μικρά θαύματα... Κούρασα σήμερα. Σιωπώ.