Τρίτη, 8 Σεπτεμβρίου 2015

Σκέψεις #77

Πάνε μήνες που έχω συνηθίσει στο ήσυχο κι αέρινο περπάτημα της σιωπής εντός του δωματίου μου. Τα μισάνοιχτα παραθυρόφυλλα την κάνουν να δείχνει σαν επαγγελματίας χορεύτρια που με τα μαύρα της πυκνά μαλλιά ξεδιπλώνει το ταλέντο της στους τοίχους. Τόσο όμορφη και τόσο απαλή η οσμή της που η ψυχή σου παραμένει ήμερη κι ελπίζει. Ελπίζει για ένα καλύτερο αύριο. Ένα αύριο που βασίζεται πάνω στον πόνο του αποχωρισμού της εγωιστικής απομόνωσης του εαυτού σου απέναντι στην ομαδική επανένταξη της ομάδας σου. Είναι σκληρό... Και τόσο εύκολο να κάνεις πίσω και να παίρνεις αγκαλιά την κουβέρτα σου μετατίθοντας το ραντεβού αυτό για κάποια άλλη στιγμή, πιο βολική ώστε να κάνεις την προσπάθεια να ξεβολέψεις τη συνήθεια που σου έχει κατσικωθεί και σου ζητάει δανεικά. Δανεικά κι αγύριστα. Γιατί αγύριστα είναι αυτά που χάνεις εξαιτίας της, αλλά δε σε νοιάζει. Σε τραβάει περίτεχνα στον πάτο και δεν μπορείς να μην υποκλιθείς στην μαεστρία της. Το αξίζει. Είναι σαν ένα παιδάκι που κάνει κάτι για πρώτη φορά και το επιβραβεύεις. Και μετά το κάνει πάλι και το δωροδοκείς με γλυκά μέχρι να τυπωθεί στις πληροφορίες του και να ψάξει να βρει κάτι καινούριο για να εντυπωσιάζει τις προσωπικές του ανακαλύψεις και το οικογενειάκο περίγυρο του. Μόνο που σε αυτή την περίπτωση το παιδάκι δεν μεγαλώνει. Εσύ μεγαλώνεις. Μεγαλώνει το κενό που δημιουργήθηκε ανάμεσα σε σένα και στο παιδάκι που ήσουν κάποτε και μικραίνει η πιθανότητα επιτυχίας να βρει ο ένας τον άλλον ξανά. Δε ξέρω αν πονάει ή αν ανακουφίζει. Τα συναισθήματα είναι ανάμεικτα. Τα χρώματα μπερδεμένα. Σπεύδουν πάνω στον τοίχο με τέτοιο τρόπο ώστε κάνουν τα μάτια μου να νυστάζουν και ποτέ δεν φτάνω παρακάτω.