Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΝΘΡΩΠΟΙ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΝΘΡΩΠΟΙ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 29 Ιουλίου 2018

Ο κόσμος καίγεται κι αυτοί χτενίζονται

Καλησπέρα παιδιά, ελπίζω να είστε όλοι καλά και δίπλα στις οικογένειες σας, όπως σας αφήσαμε πριν λίγους μήνες κατά τη διάρκεια της μετακόμισης μας. Τα τελευταία γεγονότα με άγγιξαν λίγο παραπάνω από το μέσο χρήστη και με έκαναν να αισθάνομαι τυχερή, αφού η σκέψη του να νοικιάσουμε ένα σπίτι στο Μάτι για μειωμένο ενοίκιο, ωραία θέα, γρήγορη πρόσβαση στη θάλασσα και ελάχιστη απόσταση από τον αγαπημένο μας φίλο στη Νέα Μάκρη, δεν υλοποιήθηκε ποτέ και τελικά το σπίτι που νοικιάσαμε ήταν σε άλλη περιοχή. Δε θέλω καν να σκεφτώ το ενδεχόμενο να είχαμε κάνει εκεί κάποιο συμβόλαιο και την κατάσταση που θα είμασταν τώρα όλοι μας.

Χιλιάδες άνθρωποι έχασαν τα σπίτια τους, τα αγαπημένα τους πρόσωπα, τη ζωή τους όλη μέσα σε μόλις λίγα λεπτά. Όλες οι ταινίες τρόμου που δε θέλησα ποτέ να δω στην τηλεόραση ή το σινεμά με το αγόρι μου, μπούκαραν στην οθόνη του κινητού μου, στην οθόνη της τηλεόρασης, στη ζωή του διπλανού μου, του συναθρώπου μου και των οικείων του. Πραγματικά ασσύληπτη τραγωδία.
Τόσα νέα παιδιά, τόσοι γονείς, τόσοι παππούδες, τόσα κατοικίδια και αδεσποτάκια έφυγαν άδικα και με τρομερό πόνο και φόβο στην προσπάθεια τους να κρατήσουν ακέραιο το δικαίωμα τους για μια άνασα ακόμη σε αυτό το χάος της ζωής που κάποιοι αποφάσισαν έτσι βίαια να τους το στερήσουν για να το χαρίσουν στον υπεροπτικό τους χαρακτήρα.

Λίγες ώρες μόνο ώρες μετά το συμβάν, έβλεπες όλους τους δημοσιοκάφρους να γαντζώνονται και ρουφάνε σταγόνα σταγόνα ότι οξυγόνο κι αίμα είχε απομείνει στις φλέβες των επιζώντων με σκοπό την άνοδο του καναλιού που εργάζονται. Και πώς νιώσατε, και τι κάνατε και πώς αναγνωρίσατε το νεκρό λες και μιλούσαμε για καλλιστεία και φρουφρου κι αρώματα. Καταρρέαν οι άνθρωποι και αυτοί εκεί! Ερωτήσεις, ερωτήσεις, ερωτήσεις ερωτήσεις και κακό! Ακόμη και σε αυτές τις δύσκολες ώρες που θα έπρεπε να δίνεται βοήθεια και μόνο σε όλους αυτούς εκεί πέρα κι όχι να φωτογραφίζονται σαν κούκλες σε βιτρίνα και να πρέπει να παίξουν και τις μαριονέτες από πάνω.

Γκάλοπ το ένα πίσω από το άλλο σε όλα τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης για το πού θα ανέβει η πιο σπάνια, η πιο συγκλονιστική, η πιο αποτρόπεα φωτογραφία που θα τους αποφέρει χρήματα μέσα από τα κλικς όλων όσων περίεργων ατόμων πατήσουν τον εν λόγω σύνδεσμο. Στην αρχή θύμωσα υπερβολικά με τους υπεύθυνους όλων αυτών των σελίδων και των ιστοσελίδων καθώς δεν περίμενα ότι θα είναι τόσο κοράκια. Μετά θύμωσα με όλους αυτούς που με τις πράξεις τους ανεβάζουν τέτοια σάιτ, τους κάνουν μάγκες της δεκάρας αναδημοσιεύοντας το σκουπιδουλικό τους, κάνοντας αστεία και περιγελώντας τον θάνατο και τον χαμό όλων αυτών των ανθρώπων.

Είναι αλήθεια τόσο αστείο το ότι χάθηκαν έτσι άδικα αυτά τα δίδυμα κοριτσάκια, αξίζουν τέτοιο χλευασμό και τόση ανευθυνότητα λόγου όλοι αυτοί οι 80, συν οι αγνοούμενοι και οι μη ταυτοποιημένοι; Όποιος χάνει ένα παιδί ξέρει. Δε θα τολμούσε ποτέ να τα καταπιεί αυτά από μεγαλολογαριασμούς που βαφτίζουν χιούμορ την κάθε χυδαιότητα πίσω από την ασφάλεια της μόστρας των ακολούθων. Όταν χάνεις ένα παιδί, χάνεις ένα κομμάτι του εαυτού σου. Είσαι σαν ένα παζλ ανολοκλήρωτο. Σκοτεινιάζεις, μαζεύεσαι και θρηνείς. Θρηνείς κάθε μέρα και κάθε χρόνο κάνεις γενέθλιες και ονομαστικές εορτές. Μέσα σου. Εκεί που ακόμη η φλόγα της ζωής αυτού του ανθρώπου καίει τα σωθικά σου. Έξω η ζωή συνεχίζεται. Κουτσά, στραβά συνεχίζεται και οφείλεις να μην την βαρυγκομάς την ώρα που όλη αυτή η διαδικασία είναι μια ολόκληρη μάχη για άλλους και πολλές φορές ήδη από χέρι χαμένη.

Για την εκκλησία δε θα μιλήσω καν. Δε πιστεύω ότι υπάρχει το καθεστώς του χριστιανισμού πια. Παντού θεοί τιμωροί ως προφάσεις από ρασοφορεμένα κακομαθημένα τσιράκια του συστήματος. Σου βγήκε ο πάτος τέκνο μου ώστε να βρεις λεφτά για να φτιάξεις σπίτια και να μας τα χαρίσεις για να το παίξουμε σωτήρες και αγαθοί στο ευρύ κοινό ή θα σε φάει το μαύρο σκοτάδι της κόλασης; Κατ' εικόνα και καθ' ομοίωση... Ελπίζω ο θεός εκεί πάνω να είναι μόνος του, ήσυχος κι ήρεμος και να μην τον τρέχουνε τέτοια αποβράσματα όπως εμάς εδώ... Οι εξαιρέσεις έχουν τα σέβη μου!

Κοιτώντας όλους αυτούς θυμήθηκα τα λόγια ενός καθηγητή μου ''Αυτός θα πετύχει για θα πούλαγε και τη μάνα του''. Αυτό είναι επιτυχία στις μέρες μας; Ποιος θα βγάλει το μάτι του αλλουνού; Ποιος θα φανεί πιο άγριος από τον άλλον; Δε τη θέλω τέτοια επιτυχία, για αυτό δεν την έχω και δε θα την έχω ποτέ. Θα αηδίαζα με τον εαυτό μου αν έκανα κάτι τέτοιο κι ας χρειάζεται να κάνω χίλια άλλα πράγματα ταυτόχρονα τώρα για να ζήσω αξιοπρεπώς. Τουλάχιστον όταν κοιτάζω τον καθρέφτη μου δε με φτύνει στα μούτρα.



Δευτέρα 8 Ιανουαρίου 2018

Χριστουγεννιάτικος επισκέπτης

Πάνε πια τριάντα μέρες. Καμιά φορά τα χριστούγεννα, δεν είναι πάντα χαρμόσυνα, γεμάτα δώρα κι αγαπημένους συγγενείς ή φίλους. Δίνουν στεναχώρια και πόνο ή ένα λόγο για να πας την ζωή σου παρακάτω. Να προσπαθείς, να μην βαριέσαι, να ασχολείσαι με κάτι.
Τηλεφώνησα στον φίλο μου, όπως κάνω συνήθως, σε καθημερινή βάση μα εκείνος δεν απάντησε. Νόμιζα πως είχε δουλειά και δεν πρόλαβε να δει τις κλήσεις μου ακόμη, οπότε και συνέχισα να παίρνω μέχρι να τον πετύχω στη γραμμή. Οι ώρες περνούσαν χωρίς να έχω νέα. Νόμιζα στιγμαία πως θύμωσε, πως δε θέλει να μου μιλάει άλλο, πως ενόχλησα αρκετά, πως έκοψε τη σύνδεση του γιατί του είχε σπάσει το νευρικό σύστημα η κινητή τηλεφωνία και το γεγονός ότι δεν έχει πια δουλειά.
Θυμήθηκα πως την τελευταία φορά που δεν απάντησε κανείς είχε πάθει εγκεφαλικό και ήταν στο νοσοκομείο, οπότε άρχισα να τηλεφωνώ στη μαμά του για να μάθω νέα. Δυστυχώς, ούτε και εκείνη απάντησε. Ο φόβος μου είχε γίνει πια βεβαιότητα. Το σενάριο του να έχει πέσει κάτω αυτή, να την έχει δει και να βρίσκονται και οι δυο στο πάτωμα αβοήθητοι υπήρχε στο κεφάλι μου μέχρι την στιγμή που βρέθηκα έξω από το σπίτι τους και βρήκα όλα τα φώτα ανοιχτά και την πόρτα κλειδωμένη. Να πάρουμε αστυνομία; Εκαβ; Κάποιο γείτονα; Μα δεν έχουμε κανενός γείτονα τα στοιχεία εδώ στην ερημιά.... Ενστικτωδώς συνέχισα να καλώ τη μαμά του ενώ ήμουν μέσα στο αμάξι και το αγόρι μου προσπαθούσε να μπει μέσα από τη μάντρα της αυλής για να μπορέσει να πλησιάσει και να δει τι γίνεται μέσα. Ξαφνικά, το αυτοκίνητο άρχισε να αναβοσβήνει και στο τέλος έκλεισε παντελώς από μπαταρία. Γιατί να πρωτοαγχωθώ; Για το ότι είμαστε στη μέση του πουθενά νύχτα σαββατοκυριακού χωρίς αυτοκίνητο ή για το ότι μπορεί κάποιοι μέσα να χαροπαλεύουν; Χριστέ μου, είχα κάμποσα χρόνια να νιώσω πόσο σημαντική είναι η ζωή σε ένα μόλις δευτερόλεπτο.
Χτυπούσε το κινητό μου, ήταν η μαμά μου του φίλου μου με τρεμάμενη φωνή. Επαθε εγκεφαλικό το παιδάκι μου, μου είπε. Το ήξερα, το ήξερα ότι κάτι έχει πάθει ο φίλος μου. Δεν έπαιζα καλύτερα τζόκερ; Γιατί κάποια πράγματα να είναι τόσο θλιβερά προβλέψιμα;
Το καλό στην ατυχία του ήταν ότι δεν πέρασαν πολλές ώρες, πήγε σχεδόν άμεσα στο νοσοκομείο και δεν προκλείθηκε μεγάλη βλάβη, ωστόσο πολλά πράγματα θα ξανα αρχίσουν πάλι από την αρχή. Αυτό είναι κάτι που τον νευριάζει και αποθαρρύνει πολλούς ανθρώπους με εγκεφαλικά επεισόδια. Το ότι φτύνεις αίμα για να πας στο δέκα και ξαφνικά είσαι στο μηδέν. Σαν παιχνίδι χωρίς κάρτα μνήμης. Αλλά αυτό είναι η ζωή ρε γαμώτο. Ο αγώνας. Θα το πάμε πάλι από το μηδέν για να κρατήσουμε το δέκα. Δεν πειράζει. Ο θεός έδωσε την ευκαιρία του για άλλη μια φορά. Ισως αυτό να είναι το δώρο για φέτος τα χριστούγεννα... Σαν την υγεία τίποτα. Σήμερα, θα πάει στο σπίτι του μετά από τριάντα μέρες νοσηλείας. Πόσο ωραίο μοιάζει, πόσο γαλήνιο πια.  

Παρασκευή 13 Οκτωβρίου 2017

Όταν μεγαλώσεις και πας σε δικό σου σπίτι, θα πάρεις σκύλο!

Ήταν Σεπτέμβριος του 2000. Είχα αποφασίσει να συνοδεύσω τη μητέρα μου στην καθιερωμένη βδομαδιάτικη βόλτα στο σούπερ μάρκετ. Εκεί, εντόπισα ένα μικρό λουλουδένιο βιβλιαράκι με λουκέτο στο πλάι. Ρώτησα όλη απορία τη μαμά μου πού χρησιμεύει αυτό και γιατί έχει κλειδί. Αυτό είναι ένα ημερολόγιο, μου λέει. Μπορείς να γράφεις τις σκέψεις σου, τους πόθους σου, στιγμιότυπα της καθημερινότητας σου και είναι καθαρά προσωπικό, εάν εσύ δεν επιλέξεις να το μοιραστείς με κάποιον. Για αυτό και έχει κλειδαριά επάνω! Εμείς δεν είχαμε κλειδιά καλά καλά ούτε στο δωμάτιο μας! Φαντάσου πόσο ισχυρά μυστικά μπορείς να γράφεις εκεί μέσα...
Καθ'όλη την διάρκεια της διαδρομής με βασάνιζε ένα πράγμα. Τι σπουδαίο έχω να μοιραστώ με ένα τετράδιο που λειτουργεί σαν μαγικός καθρέφτης και γνωρίζει τα πάντα για μένα όπως κανένας άλλος; Να έγραφα για το πόδι; Το ήξεραν όλοι ότι είμαι κουτσή. Δεν ήταν μυστικό. Το έδειχναν ακόμη και τα τζάμια των σούπερ μάρκετ. Να έγραφα για το τι θέλω να γίνω όταν μεγαλώσω; Ήταν τόσα πολλά επαγγέλματα που ήθελα να ακολουθήσω όταν μεγαλώσω που ένα τετραδιάκι τέτοιο δεν έφτανε να τα φιλοξενήσει. Να έγραφα για τη μέρα μου στο σχολείο; Θα ήταν βαρετό ακόμη και για ένα τετράδιο να ακούσει αυτά που είχα να πω. Ποιος νοιάζεται... 
Έτσι, άνοιξα την πρώτη σελίδα και έγραψα τους τρεις πιο μεγάλους πόθους της ζωής μου. Θέλω η μαμά μου να κάνει ένα μωρό να μοιράζομαι τα παιχνίδια μου με κάποιον, θέλω να κάνω μια δουλειά που να μπορώ να βγάζω αρκετά χρήματα ώστε να βοηθήσω ανθρώπους και ζώα όταν αυτό χρειαστεί και θέλω ένα δικό μου σκύλο. Ένα χάσκι του 2000. Δεν είναι πανέμορφο;
Πήρα μια βαθιά ανάσα, ξαναδιαβάζοντας τις ευχές μου. Σα να πίστευα πως αν το διαβάσω για δεύτερη φορά, θα γίνουν πιο ισχυρές και θα πραγματοποιηθούν. Έπειτα το κλείδωσα και πήγα να το μοιραστώ με τη μαμά μου. Δε θυμάμαι το γιατί ενώ ήταν προσωπικό. Ίσως γιατί αυτή είχε την ιδέα για την αγορά του ημερολογίου και ήθελα την επιβράβευση της ορθής χρήσης.
Μια βδομάδα αργότερα, ήρθε χαρούμενη η μαμά μου στο σχολείο να με πάρει. Δεν είχαμε σχολάσει ακόμη ούτε ήμουν άρρωστη. Είχε φέρει στο σπίτι ένα λυκοσκυλάκι. Εκείνη τη στιγμή το ημερολόγιο σφράγισε σαν μικρός θεός μέσα μου και η μαμά μου ήταν η ηρωίδα μου. Κοιμόταν ήσυχα και χουχουλιάρικα σε ένα χαρτόκουτι με μια πικέ κουβερτούλα που συνηθίζαμε να στρώνουμε στη κοινόχρηστη κούνια του συγκροτήματος τα απογεύματα που παίζαμε.
Δυστυχώς, δεν κατάφερα να κρατήσω το συγκεκριμένο σκυλάκι πάνω από τέσσερις ώρες. Μόλις επέστρεψε η σπιτονοικοκυρά από την δουλειά της και το είδε, κόντεψε να πάθει εγκεφαλικό στην ιδέα ότι μπήκε σκύλος στο χώρο που φιλοξενεί τις αγαπημένες τις γατούλες και μας διέταξε να τον διώξουμε κακήν κακώς. Το σκυλάκι δόθηκε σε ένα παλικάρι που διατηρούσε βενζινάδικο στην περιοχή. Για λίγο διάστημα προσπάθησα να κρατήσω επαφή. Μετά δεν γνωρίζω τι απέγινε.
Έπειτα από αυτό το συμβάν και για όλα τα υπόλοιπα χρόνια που έμεινα με τη μαμά μου στο ίδιο σπίτι, ήταν απαγορευτικό να σκεφτώ να πάρω άλλο σκύλο αν δεν αποκτήσουμε δικό μας σπίτι με αυλή. Το οποίο αργότερα αντικαταστάθηκε με το όταν πας σε δικό σου σπίτι και αν συμφωνεί ο άντρας σου, μπορείτε να πάρετε ό,τι σκύλο εσείς θέλετε!
Πριν τρία χρόνια, γνώρισα την τωρινή μου σχέση. Ένα παλικάρι με μητέρα φυσιοθεραπεύτρια, με σπίτι το οποίο διαθέτει αυλή, δύο σκυλιά και μία γάτα! Αφού γίναμε πολύ καλοί φίλοι και γνωριστήκαμε σε σημείο που ήταν αρεστός ο ένας στον άλλον, αποφασίσαμε να δοκιμάσουμε να μείνουμε μαζί. Όσο περνούσε ο καιρός, τόσο περισσότερο ήθελα να βλέπω τα σκυλάκια που ήδη είχε στο σπίτι του. Μετά όμως γυρνούσα στο σπίτι και κάτι μου έλειπε. Σιγά σιγά και αφού είδα ότι δεν έχουμε χωρίσει, άρχισε να μου γίνεται εμμονή η φράση της μητέρας μου και αφού πήρα θετική απάντηση από αυτόν άρχισα να ψάχνω τις αγγελίες μία μία για τον τέλειο σκύλο.
Στις αγγελίες έβλεπα πολλά σκυλάκια τα οποία τα συμπονούσα, γιατί υπογραμμίζονταν κάποιο κινητικό πρόβλημα ή ακόμη και οράσεως, λόγω του ότι γνώριζα από τον εαυτό μου ότι είναι δύσκολο να ανήκεις στη μειονότητα και να προσπαθείς να ξεχωρίσεις. Πόσο μάλλον αν αυτό αποτελέσει και αναγκαστικό κίνητρο σου την απόκτηση ενός σπιτιού προκειμένου να μη μείνεις στο δρόμο για πάντα και πεθάνεις από αφαγία ή από υπερβολική ταχύτητα αυτοκινήτου.
Παρ΄ότι όμως ήμουν πιο κοντά σε αυτήν την νοοτροπία, ήμουν λίγη για να έχω τα κότσια να το κάνω και έτσι συνέχισα να ψάχνω υγιή σκυλάκια με την λογική ότι δεν έχω αρκετά λεφτά και με την λογική ότι έχω ήδη αρκετά προβλήματα για να προσθέσω και άλλα στη ζωή μου.
Στο ενδιάμεσο, βρέθηκε ο Δημήτρης. Ένα παλικάρι, το οποίο έδινε ένα μικρό σκυλάκι, άριστα μορφολογικά και κλειδωμένο με τη βούλα στα τρία κιλά. Άψογος χαρακτήρας, χαδιάρης, υπάκουος, διασκεδαστικός, σχεδόν αθόρυβος. Θα ορκιζόμουν ότι ήταν το σκυλί που ήθελα από μικρή να έχω και ο πιο γρήγορος και μόνιμος έρωτας που υπήρξε ποτέ στη ζωή μου ως τώρα.
Έξι μήνες αργότερα, ο μικρός άρχισε να κλαίει και να κουτσαίνει ελαφρά. Η πρώτη επίσκεψη στον κτηνίατρο έδειξε θλάση. Του δόθηκε για 5 ημέρες μετακαμ, αλλά δεν υπήρξε καμιά διαφορά με το πέρασμα των ημερών. Η επόμενη κίνηση μας ήταν η ακτινογραφία, η οποία έδειξε ομόφωνα σε όλους τους κτηνιάτρους πως πρόκειται για ατροφία κεφαλής, το οποίο διορθώνονταν μόνο με χειρουργική επέμβαση.
Για δεκαπέντε μέρες, κόντευα να σκάσω. Ένιωθα θλίψη. Θλίψη απέναντι στον εαυτό μου, θλίψη απέναντι στο σκύλο μου. Αλλά και παράλληλα τόσο κοντά του πια. Είμασταν και οι δύο κοντοί με ανεξάρτητο νευρικό χαρακτήρα, αλλά παράλληλα χαδιάρηδες και με κουτσά ποδάρια. Αν αυτό δεν ήταν η δίδυμη αδερφή ψυχή μου τότε τι ήταν σε αυτήν την ζωή;
Λίγο καιρό αργότερα, το μικρούλι χειρουργήθηκε. Την ώρα της αναμονής κόντευα να πεθάνω από την αγωνία μου. Στο μυαλό μου τρεμόπαιζε η εικόνα της μαμάς μου την ώρα που έμπαινα εγώ σε κάποιο από τα χειρουργεία και της άφηνα το χέρι επάνω στο φορείο και η εικόνα των Αγίων Ραφαήλ Νικολάου και Ειρήνης που έβρισκα πάντα στο προσκεφάλι μου όταν πια είχα ξεκουραστεί από τα χειρουργεία, είχε υποχωρίσει πλήρως η νάρκωση και καταλάβαινα τι συμβαίνει γύρω μου. Να του άφηνα και αυτουνού μια εικονίτσα μετά. Να τον κάνουν πιο γρήγορα καλά και να έρθει τρεχάτος δίπλα μου να μου κουνήσει την ουρά του χοροπηχτά χοροπηδηχτά γεμάτος ενέργεια και κέφι όπως κάνει συνήθως...  Θεέ μου πώς είναι άραγε να έχεις παιδιά και να κουβαλάς την αγωνία τους κάθε μέρα και κάθε νύχτα που υπάρχεις;
Εσύ γνωρίζεις καλύτερα το περιεχόμενο των δυσκολιών που πρέπει να περάσει ένας άνθρωπος. Εσύ, η μοίρα, η τύχη, η ανώτερη δύναμη του προγραμματισμένου συμβάντος. Πόσο ήθελα να το αποφύγω και πόσο το βρήκα μπροστά μου. Μα πόσο δύνατοι, γενναίοι και αγαπημένοι είμαστε τώρα. Μια γροθιά. Μια οικογένεια. Μια κοινή πορεία και ένας λόγος για τον οποίο βρεθήκαμε όλοι και αλληλοθαυμαζόμαστε και γινόμαστε καλύτεροι. Ο ένας για τον άλλον και καθένας για τον ίδιο του τον εαυτό.

Κυριακή 21 Ιουνίου 2015

Χρόνια πολλά μπαμπά

Οποτε κι αν ακούω την λέξη ''μπαμπάς'', θυμάμαι εκείνο το θεσπέσιο γλυκό με το σιροπάκι και τα κερασάκια στην κορυφή. Ισως γιατί εκείνο το λάτρευα πάντοτε περισσότερο από τον πατέρα μου που κατά βάθος φοβόμουν για τα ξεσπάσματα θυμού τα οποία είχε. Και ήταν συχνά αυτά.
Δε φοβόμουν μην με χτυπήσει.  Εξάλλου, συνήθως, ξεσπούσε στη μητέρα μου. Δε του άρεσε ποτέ να την βλέπει να φοράει όμορφα και φωτεινά ρούχα ή κοντά που να την κολλακεύουν, γιατί κατά βάθος και κατά την επιφάνεια, τη ζήλευε. Τη ζήλευε που ήταν νέα, δυναμική και πετυχημένη, σε αντίθεση με αυτόν που έκανε πάντα ό,τι του έλεγε η γιαγιά να κάνει.  Φοβόμουν τις εικόνες που έβλεπα μετά, την ώρα του ύπνου και με κυνηγούσαν μέχρι τελικά να πέσω στο λήθαργο μου. Ηταν σαν να βλέπω ένα τρέιλερ από θρίλερ που οι φωνές θεριεύουν και σπάνε την παιδικότητα της ψυχής σου. Αυτό ήταν το χειρότερο για μένα. Ένιωσα πως πρέπει να γίνω ανεξάρτητη πολύ πιο γρήγορα από τους άλλους, να καταφέρω να προστατεύσω εμένα και τη μαμά μου, να γίνω καλά και να ζήσουμε κάπου αλλού ευτυχισμένες. Το αξίζαμε, αλλά δεν μπορούσαμε να το εισπράξουμε για πολλά χρόνια.
Το μόνο θηλυκό πρόσωπο που είχε τα βραβεία και την προσοχή στο σπίτι, ήταν η γιαγιά μου. Εγώ ήμουν πάντα το ανάπηρο πλάσμα που τους φέρνει περισσότερα έξοδα και άχρηστο καθ'ότι βγήκα και κορίτσι και χρειάζεται να μου δώσουν και προίκα και η μαμά μου η αιτία που γεννήθηκα και προστέθηκαν προβλήματα στο κεφάλι τους και κυρίως στα οικονομικά που δεν ήθελαν να χάνουν.
Όταν πια χώρισαν, όλος ο κόσμος μας απομόνωσε. Σαν να είμασταν οι κακιές μάγισσες που είχαν την πρόθεση να κάνουν βουντού σε όλους για να πεθάνουν από πανούκλα στο συνεχές μέλλον. Γυρνούσαν τα κεφάλια τους από την άλλη σα να μη μας βλέπουν ή ακόμη κι αν μας έβλεπαν, προτιμούσα να μη μας βλέπουν γιατί πετούσαν χλέπες και βρίσιες, λες κι είχαν απέναντι τους κάποιον εγκληματία. Τώρα που το σκέφτομαι, στον εγκληματία μπορεί να έκαναν και το τραπέζι. Ολοι ήξεραν τι περνάμε και κανένας δε μιλούσε. Είχαν μπροστά την καραμέλα του γάμου και πως κάθε γάμος έχει προβλήματα, οπότε δεν χρειάζεται και να ασχοληθείς περαιτέρω. Τους θεωρούσα και τους θεωρώ συνεργούς όταν βλέπουν κάτι να συμβαίνει και δεν μιλάνε. Τότε. Οταν υπάρχει βία.
Βρήκαμε ένα σπιτάκι με πολύ κόπο. Έξω από την πόλη. Μας το είχε δώσει μια κυρία που δεν είχε παιδιά και ζούσε με δυο σκυλάκια. Δεν είμαι σίγουρη αν πληρώναμε ενοίκια τότε. Θυμάμαι όμως που η μαμά μου δούλευε συνέχεια και ήταν από δουλειά σε δουλειά, γιατί όποτε έπαιρνε τηλέφωνο τους συγγενείς μας για βοήθεια, της το έκλειναν στα μούτρα για να την τιμωρήσουν που χώρισε, έφυγε και άφησε τον άντρα της και έκανε τον κόσμο να μιλάνε και να σκορπά σχόλια.
Σιγά σιγά στηθήκαμε μόνες μας. Καταφέραμε να μετακομίσουμε αλλού και να είμαστε ανεξάρτητες. Το σημαντικότερο για μένα ήταν ότι μπορούσα να κοιμάμαι με το χαμόγελο στα χείλη κι όχι να φοβάμαι μήπως δω ξανά τους εφιάλτες να με κυνηγούν. Το τελευταίο διάστημα, έβλεπα τον εαυτό μου να κάθεται και να παίζει με τα κουζινικά με άλλα παιδάκια και ξαφνικά μια ηλεκτρική σκούπα έπαιρνε την φωνή του μπαμπά, άναβε και μας ρουφούσε όλους μέσα χωρίς να μας ρωτήσει κάτι.
Έκανα χρόνια να μιλήσω στον πατέρα μου. Κι αυτό γιατί δεν ένιωθα την ανάγκη να του μιλήσω. Προτιμούσα να είμαι ορφανή ή τέλος πάντων να μην γνωρίζω την ύπαρξη του. Αργότερα, ξανά μιλήσαμε (τον λόγο θα τον αναλύσω σε άλλο ποστ), αλλά και πάλι δε μπόρεσα ποτέ να νιώσω πως τα κενά που έχει δημιουργήσει με τη στάση του μπορώ να τα καλύψω και να νιώσω καλά μαζί του.
Για μένα πατέρας και μάλιστα μπαμπάς, θεωρείται ο πατριός μου. Φυσικά δεν με άφησε ποτέ να τον αποκαλέσω πατέρα ή μπαμπά, γιατί σεβόταν πως δεν φύτρωσα κι αφού με αναγνώρισε, ανήκω κάπου αλλού. Ωστόσο, για μένα θα είναι για πάντα φίλος, πατέρας και πρότυπο. Γιατί ενώ δεν είχε παιδιά, με αγκάλιασε σα να ήμουν δικό του. Γιατί, ακόμη κι όταν δεν είχε λεφτά, μου έδινε τα λιγοστά για να μου κάνει τα χατήρια. Γιατί ακόμη και όταν ήταν κουρασμένος, βγαίναμε έξω για να πάρω τον αέρα μου. Γιατί ανέλαβε τους γιατρούς μου και ήταν εκεί όταν αρρώσταινα. Οταν πήρα τα πτυχία μου. Όταν ήμουν στεναχωρημένη, όταν ήθελα να μιλήσω. Ακόμη κι όταν αποζητούσα τη σιωπή. Για μένα αυτός είναι ο πατέρας μου και θα είναι για πάντα. Τα χαρτιά είναι για τη γραφειοκρατεία και όχι για τις καρδιές μας. Και του αξίζουν συγχαρητήρια. Ελάχιστοι άνθρωποι είναι σαν αυτόν και ακόμα πιο λίγοι θα θελήσουν να τον πάρουν ως παράδειγμα για να του μοιάσουν. Η ζωή δεν είναι εύκολη και δεν ήταν ποτέ για να γίνει τώρα. Χρόνια πολλά, λοιπόν, με υγεία για όλους μας.

Κυριακή 8 Δεκεμβρίου 2013

Αναζητώντας την εργασία

Aγαπημένα μου φιλαράκια, τι μου κάνετε; Εύχομαι να είστε καλά και να περνάτε πανέμορφα, ή τουλάχιστον, να προσπαθείτε να χαμογελάτε όσο και όπως μπορείτε. Κάποιος που είχε σπουδάσει ψυχολογία κάποτε, μου είχε πει πως αν προσπαθήσεις να χαμογελάσεις, στην αρχή θα σκαλώσεις - γιατί θα είναι κάτι που δεν θα το έχεις συνηθίσει, αν δεν στο έχει προκαλέσει κάποιος αυτόρμητα - αλλά σιγά σιγά θα αρχίσεις να συνηθίζεις, να το νιώθεις και να φαίνεσαι χαρούμενος μέσα σου, ακόμη και αν ο κόσμος σου γκρεμίζεται...
Για να πω την μαύρη μου αλήθεια, ποτέ μου δεν τα κατάφερα να το κάνω αυτό. Όποτε ένιωθα άσχημα ή πιεζόμουν από μία κατάσταση, μπορούσαν να το καταλάβουν και οι γύρω μου. Έπαιρναν μάλιστα το θάρρος (θράσσος για μένα) κάποιες φορές να ρωτάνε και να ξανά ρωτάνε τι έχω και γιατί είμαι έτσι. Ενδιαφέρον... Τρίχες κατσαρές. Αν υπήρχε πραγματικό ενδιαφέρον φίλε μου, δεν θα έφτανες στο σημείο να νιώσεις πεσμένος, γιατί θα είχες άτομα δίπλα σου για να σε ανεβάσουν και να σε κρατήσουν σε ένα σταθερό ψυχολογικό επίπεδο και δεν θα ήσουν ένα με το γρασίδι. Κάποιοι βέβαια, θα βιαστούν και θα μου πούνε μα γιατί να τα περιμένεις όλα από τους άλλους και να μην προσπαθήσεις να καταφέρεις κάτι μόνη σου... Κάποιοι άλλοι θα με ρίξουν στην αγκαλιά της εκκλησίας και κάποιοι άλλοι θα συνεχίσουν απλά να αδιαφορούν... Σίγουρα όμως το σημερινό μου θέμα δεν θέλω να το πάω καθόλου προς τα εκεί.

Το σημερινό μου θέμα ταξιδεύει στην Αθήνα, εκεί που βρίσκεται το πνεύμα και το σώμα μου... Εκεί που βρίσκονται οι τελευταίες μου ελπίδες για να βρω δουλειά στο αντικείμενο μου... Σε αυτό που ήθελα να σπουδάσω και να υπηρετήσω για όσο αντέξω και μου επιτρέψουν τα μεγάλα κεφάλια... ('Αραγε θέλουν;) Την δημοσιογραφία.
Είμαι εδώ πέρα ένα μήνα και κάτι ψιλά, σε ένα σπίτι πια που νοικιάσαμε στην Νέα Σμύρνη(με χαμηλό ενοίκιο, ευτυχώς). Λένε ότι η περιοχή που μένω είναι καλή. Φαίνεται άλλωστε. Ο κόσμος καλοντυμένος κατεβαίνει πότε με τις σκάλες μέσα στα καλοσιδερωμένα ρούχα του πότε με το ασανσέρ φορώντας φινετσάτα αρώματα και ύφος αφ υψηλού στο βλέμμα τους. Είναι αυτό το βλέμμα της ακτινογραφίας εξ αποστάσεως που σου διαπερνά την ραχοκοκαλιά και φτάνει στην ψυχή σου. Αυτό το βλέμμα που μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα γνωρίζει ποιος είσαι, ποιος θα ήθελες να είσαι, τι σκέφτεσαι, γιατί το σκέφτεσαι, αν είσαι καλός άνθρωπος, αν έχεις στόχους και αν τελικά θα τους πετύχεις σε βάθος χρόνου. Κάποιες φορές, αν το βλέμμα είναι εκπαιδευμένο, μπορεί να βρει και πότε έκανες το τελευταίο τσεκ απ στο νοσοκομείο.
 Γύρισα πολλά γραφεία, χτύπησα πόρτες... Ξαναχτύπησα πόρτες μη και δεν άκουσαν καλά οι ιδιοκτήτες τους και δεν μου έκαναν σινιάλο να μπω να πούμε και να βρεθεί μια λύση. Το μοίρασμα των βιογραφικών μου, έχει ξεπεράσει σε αριθμό τα κουπόνια πίτσας που μοιράζουν οι υπάλληλοι στα διόδια της Λαμίας. Ίσως να έχουν και την ίδια μοίρα με τα κουπόνια: Τα σκουπίδια. Ποιος ξέρει... Το μόνο που ξέρω είναι ότι χρειάζομαι δουλειά, όχι για να μοιράσω αυτόγραφα, όπως εύχονταν πολλές συμφοιτήτριες μου, όχι για να αγοράζω ακριβά αμάξια και αυτοκίνητα, όχι για να τα φτιάξω με μεγαλοεπιχειρηματίες προκειμένου να με κάνουν φίρμα και να τα πάω καλύτερα, όχι για να τα πάρω κάτω από το τραπέζι και να πουλάω μούρη μέσα σε ψέματα και ένα σωρό αρλούμπες μέσα στην μούρη των άλλων, αλλά για να μπορώ να συντηρήσω τον εαυτό μου. Να έχω χρήματα να πληρώσω το ενοίκιο μου, τα κοινόχρηστα, το φαγητό μου.
Αυτοί την ώρα, φαντάζομαι την αγωνία κάποιων στα μάτια τους. Την αγωνία για να μάθουν αν όλα όσα ακούγονται για την Αθήνα, είναι αλήθεια. Αν είναι μία ζούγκλα και αν οι άνθρωποι της είναι αγρίκοι... Αν το καλαμάκι είναι σουβλάκι και όλα αυτά τα πανέμορφα που λέμε συνήθως στις καφετέρειες και γελάμε και κάνουμε ιστορίες για αρκούδες και τιγράκια... Ενα θα σας πω, λοιπόν και θα κλείσω.
Ζούγκλα είναι η ανθρώπινη συμπεριφορά και όχι οι πόλεις στις οποίες κατοικεί το σώμα μας. Ενώ οι γύρω μας πεινάνε, δεν τους δίνουμε τροφή, παρά μόνο για σχόλια μέσω της συμπεριφοράς μας. Κι αν ακόμη ταϊσουμε κάποιον, θα του φάμε την ψυχή, γιατί θα του κοπανάμε πάντοτε το πόσο καλό του κάναμε.

Σάββατο 6 Ιουλίου 2013

Ο Παναγιώτης

Στην Αθήνα γνώρισα και τον Παναγιώτη. Ενα πολυμήχανο ανθρωπάκι με τρομερή δύναμη ψυχής και καταπληκτικό μυαλό και μεγάλη γνώση στην ελληνική γλώσσα. Δεν ήταν φιλόλογος ποτέ και ούτε δάσκαλος σε κάποιο σχολείο, όμως είναι αυτό που λένε μερικοί πως το μεράκι και η θέληση φτάνει και η ζωή θα σε διδάξει από μόνη της όσα σου πρέπουν. Ο Παναγιώτης ασχολήθηκε με τα έπιπλα, όπως και ο πατριός μου. Τον γνώρισα πριν κάμποσα χρόνια μέσα από ένα μπλογκ και τον ανακάλυψα ξανά εδώ και κάτι μήνες τυχαία. από τότε αρχίσαμε να μιλάμε καθημερινά μέσα από μηνύματα και να ανταλλάσουμε απόψεις. Αυτός μου κόλλησε και το μικρόβιο του να γράφω για την ζωή μου πραγματάκια και κάπως έτσι βρίσκομαι σήμερα εδώ και γράφω για σας και πάνω από όλα για μένα... Είναι μεγάλη λύτρωση να τα βγάζεις από μέσα σου... Πολλές φορές με την αμφιβολία κιόλας για το αν σε διαβάζουν και ποιοι...
Στην Αθήνα, αν δεν είχα τον Παναγιώτη, θα περνούσα δύσκολες στιγμές. Κι αυτό γιατί, παρά το γεγονός ότι είχα κάπου να μείνω, δεν είχα παρέα και δεν είχα κανένα τρόπο μετακίνησης μιας και η Αθήνα εκτός από ζούγκλα ήταν και άγνωστη για μένα παντελώς... Το γεγονός και μόνο ότι είχα κάπου να μιλήσω και έναν άνθρωπο να με πάει έστω και δυο στενά παρακάτω από κει που έμενα με χαροποίησε ιδιαίτερα.
Το σπίτι στην Αθήνα ήταν ενός γνωστού μου, μουσικός στο επάγγελμα που κοιμόταν όλες τις πρωινές ώρες, με αποτέλεσμα να ανταλλάσουμε μια ώρα την ημέρα πέντε κουβέντες και ύστερα να φεύγει πάλι για δουλειές. Σαν διαμέρισμα ήταν αρκετά μεγάλο για ένα άτομο σαν εμένα ωστόσο και μόνο το γεγονός ότι έμενε ένας εργένης μέσα και δεν υπήρχε μπαλκόνι, εμένα μου προκαλούσε δυσφορία.

Κυριακή 31 Μαρτίου 2013

Θα σου τηγανίσω ψάρια...

Tα μνημόσυνα ποτέ μου δεν τα λάτρεψα. Ίσως ήταν και ότι πιο άχρηστο για μένα. Βέβαια, ο παππάς πάντα έλεγε ότι βοηθάει στην σωτηρία της ψυχής. Του νεκρού, να φανταστώ, γιατί από κοτσομπολιό άλλο τίποτα.
Και τι φόρεσες και πως το φόρεσες και τι είπες και πού το είπες;
Πόσο χρόνο ξοδεύεις για τον εαυτό σου και πόσο για τα παιδιά σου;
Είσαι καλή νοικοκυρά; Ικανοποιείς τον άντρα σου; Σ'αγαπάει η πεθερά σου;

Κλείσαμε ένα χρόνο για τον παππού. Αλλά τον νιώθω πάντα δίπλα μου. Είναι από τις λίγες φορές που κλείνω τα μάτια μου και τον νιώθω κοντά μου. Είναι εκεί και με κοιτάζει και χάνομαι στην αγκαλιά του όποτε το έχω ανάγκη και μου τραγουδάει... Μου τραγουδάει...
Θα σου τηγανίσω ψάρια σαρδελίτσες πεταχτές...
Α, ρε παππού. Οσο ήσουν εσύ ζωντανός τα πράγματα ήταν σε μια σειρά. Σπάνια τσακωνόμασταν και αν το κάναμε ήταν για λίγο. Κι όποτε ήταν πολύ... Είχαμε εσένα. Να μας μιλάς για τα παλιά τα χρόνια και να ξεχνιόμαστε... Εμείς οι μικροί...
Οχτώ η ώρα είμασταν στην εκκλησία. Κανονικά, έπρεπε να είμασταν πιο νωρίς εκεί... Αλλά δεν ξυπνούσαμε εύκολα. Την προηγούμενη δεν είχα ύπνο. Πάντα όταν αλλάζω μέρος δυσκολεύομαι να βολευτώ. Με τσίμπησαν και ψύλλοι. Χρόνια είχε να μου συμβεί.
Τον παππά δεν τον είδα. Ηπια καφέ και λίγο λικέρ. Με έτσουξε το στομάχι και έφυγα. Όχι για αυτό, αλλά με φιλούσε κόσμος που δεν ήξερα και είμαι περίεργη με αυτά.
Στο καπάκι έκανα ένα γύρο στην εκκλησία. Καθαρός ουρανός αν και μουντός. Τα χορτάρια φρέσκα από την βροχή και η πόρτα από τα νεκροταφεία βαριά. Δεν μπήκα μέσα. Δεν ήθελα. Μπήκα στο αμάξι και έφυγα με την θεία μου για το σπίτι.

Κυριακή 24 Μαρτίου 2013

Λουλουδένια πνοή

Σήμερα ξύπνησα με άλλη διάθεση. Από αυτές τις ωραίες που το χαμόγελο είναι στα χείλη έστω και για λίγη ώρα. Έφτιαξα πρωινό και πήγα μαζί με την μαμά μου να αγοράσω μερικά λουλούδια, γιατί τόσες μέρες φαγώθηκε να φυτέψουμε μερικά στο μπαλκόνι.


Ήμουν σχεδόν σίγουρη να της πω όχι στην αρχή, είμαι αρκετά μεγάλη για να πάω βόλτα με την μαμά μου και ακόμη και τα μικρά παιδιά βγαίνουν μόνα τους έξω...Όμως αυτήν μου η σκέψη δεν κράτησε και πολύ. Μπαίνοντας στην αρχική του προφίλ μου είδα το ποστ του Θάνου.

Η μαμά του είχε πεθάνει ύστερα από μήνες που έμεινε στο νοσοκομείο. Κάθε του λέξη και μια μαχαιριά. Δεν άντεξα. Έκλαψα. Και ναι. Πήγα με την μαμά μου βόλτα. Και ναι. Δεν νιώθω καμιά ντροπή πλέον για αυτό, ποτέ δεν ξέρεις πότε θα είναι η τελευταία μέρα σου με τα άτομα που αγαπάς...

Κι αυτά είναι τα λουλουδάκια τα οποία πήραμε. Δεν τα μεταφυτέψαμε ακόμη. Θα μπουν σε πορτέρια πολύ σύντομα.

Σάββατο 23 Μαρτίου 2013

Τα έργα του κολλητού μου





Ήταν από τις λίγες μέρες που είχα κενό. Έτσι πήρα τον κολλητό μου τηλέφωνο, εαν μπορούσε να πάμε για έναν καφέ να πούμε τα νέα μας. Δυστυχώς, από την στιγμή που δεν οδηγάω η ίδια μου, δεν είμαι σε θέση να αποφασίσω για το τι ώρα θα γυρίσω στο σπίτι μου μερικές φορές... Έτσι και δεν τον είδα... Όμως, αυτό δεν σημαίνει ότι δεν μπορούμε να δούμε ορισμένα από τα έργα του.... :) Το τελευταίο είναι και το αγαπημένο μου. Ο Σκίπι :)

Δευτέρα 4 Μαρτίου 2013

Αυτό μας έλειπε

Kαι εκεί που καθόμασταν στο παγκάκι βγήκε από το ξενοδοχείο σαν σίφουνας ο Τρύφωνας Σαμαράς με το μαλλί κατάξανθο και  μπούκλα αλά Βιουγουκλάκη στο η δασκάλα με τα χρυσά μαλλιά...
Η αλήθεια είναι πως δεν είχα καμία όρεξη να τρέξω από πίσω του για αυτόγραφο ή για όλα αυτά τα χαζά, αλλά μιας και δεν είχαμε τι να κάνουμε και είμασταν σε ένα παγκάκι και προβληματιζόμασταν για την φάση με τον Ηλία, είπαμε να τρέξουμε να τον προλάβουμε.
Αρχίσαμε να τρέχουμε τόσο γρήγορα που μόνο η δάδα μας έλειπε και οι ολυμπιακοί αγώνες. Σε κάποια φάση, γλίστρισε το χέρι μου από την Καίτη και έπεσα κάτω. Ο Τρύφωνας δεν είχε βρει αυτό που ήθελε και ήταν τώρα σε ένα άλλο περίπτερο. Τον βλέπαμε ακόμη. Δεν φιλοτιμήθηκε κανένας να με σηκώσει και έτσι περιμέναμε τον Γιάννη. Χάσαμε πολύτιμο χρόνο βέβαια, γιατί μας έπιασε το φανάρι το οποίο ήταν αρκετό για να μας ξεγλιστρήσει και να φύγει. Είχε μαζί του και ένα μακιγιέρ από όσο προλάβαμε να δούμε. Πήγαμε Αριστοτέλους - Τσιμισκή και τίποτα. Περπατήσαμε λίγο ακόμη, αλλά δεν.
Κουράστηκα τόσο που αν τον έβλεπα μπροστά μου, θα του την έλεγα χωρίς λόγο. Λέγαμε χαζά στο δρόμο και γελούσαμε. Τουλάχιστον το διασκεδάσαμε. Αποφασίσαμε να γυρίσουμε για να του αφήσω μήνυμα στο ξενοδοχείο. Δεν ξέρω τι ακριβώς θα του έλεγα. Σπουδάζουμε δημοσιογραφία εξάλλου. Ίσως να μην τρέχει τόσο πολύ. Ξεθεωθήκαμε. Α, ρε Τρύφωνα...

Ο Ηλίας

Μου θυμίζει κάτι ταινείες κωμικές... Εκεί που ο άντρας είναι απελπιστικά χαμηλής αυτοεκτίμησης και κάνει ότι του κατέβει στο κεφάλι για να κατακτήσει όλο και περισσότερες γυναίκες για να τονώσει το ηθικό του έστω και για λίγα λεπτά της ώρας...
Τον Ηλία τον γνώρισα λίγο πριν το καλοκαίρι, μέσω ενός γνωστού. Μεταλάς και με δικό του γκρουπάκι. Γύρω στα 23 με μουσάκι, μακριά μαλλιά και καστανά μάτια. Συνήθως βλέμμα απλανές και αργή ομιλία, με πανέμορφο όμως χαμόγελο και χροιά φωνής. Δεν ήταν χιουμορίστας, αλλά αδέξιος και γελούσαμε με αυτά που έκανε στο τέλος.
Αρχίσαμε να μιλάμε περισσότερο και να κανονίζουμε για να βγούμε. Στην αρχή με γοήτευσε, γιατί έλεγε ότι του άρεσαν οι στίχοι μου και με ήθελε στο συγκρότημα πάση θυσία. Φυσικά και δεν έκανα κάτι παραπάνω με αυτό, γιατί εμένα το άχτι μου ήταν να γράφω ερωτικές μπαλάντες τύπου Βέρτη - Χατζηγιάννη και όχι τα ντάμπα ντούμπα του Ηλία.
Κάποιες φορές ήρθε στο σπίτι μου, κοιμήθηκε εδώ. Αρχισε να νιώθει αλλιώς και να μου λέει πως με θέλει. Πήγε διακοπές και ύστερα χαθήκαμε για λιγάκι, επειδή πήγα και εγώ και οι δικές μου διακοπές είναι πάντα σε απομονωμένα μέρη χωρίς τηλέφωνα και λοιπή επικοινωνία.
Όταν γύρισα, αποφασίσαμε να πάμε σε μια συναυλία. Ήταν να έρθει από την σχολή για να με πάρει, αλλά δεν ήρθε ποτέ και δεν έμαθα το λόγο. Δεν με ένοιαξε και πολύ, γιατί στην συναυλία πήγαμε κανονικά και δεν υπήρξε κανένα σοβαρό πρόβλημα ως προς το πως περάσαμε. Χαθήκαμε. Λίγο εγώ λίγο αυτός. Λίγο οι δουλειές.
Σήμερα γνώρισα μια κοπέλα που έκανε παρέα με την Καίτη. Λίγο γεματούλα με πίρσινγκ στην μύτη, ροζ κραγιόν και μπλε φόρμες.  Ήταν χαρούμενη, γιατί θα ερχόταν το αμόρε της που είναι δυο μισι και κάτι λίγα χρόνια μαζί και θα πηγαίνανε για φαγητό να χαλαρώσουν. Χάρηκα και εγώ και της είπα πού να πάνε και της πρότεινα και καλά μαγαζάκια με φαγητό και φθηνό, αλλά γευστικό ποτό. Μας είπε ότι τον λένε Ηλία, αλλά δεν δώσαμε σημασία. Αλλωστε έχει τόσους πολλούς...
Και σκάει μύτη ο Ηλίας. Ο ΓΝΩΣΤΟΣ ΗΛΙΑΣ. Ο ΜΕΤΑΛΑΣ. ΧΩΡΙΣ ΜΑΚΡΙΑ ΜΑΛΛΙΑ ΚΑΙ ΜΕ ΚΑΠΕΛΟ. Τα έκοψε γιατί θα πήγανε στρατό και καλά. Πάγωσε όταν με είδε. Πήγε να μας συστήσει η κοπέλα του, αλλά γνωριζόμασταν ήδη. Παράλληλα, γνωριζόταν και με την Καίτη και με την Ρίτα. Το ίδιο διάστημα που έβγαινε μαζί μου, έβγαινε και με αυτές και είχε και σχέση με την κοπέλα που λέγαμε. Δεν του είπαμε κάτι φυσικά, όχι για αυτόν. Την κοπέλα σκεφτήκαμε...

Κυριακή 3 Μαρτίου 2013

Οι εντυπώσεις μου...

Ο Γιάννης είπε στο Μιχάλη ότι ρίχνω τα χαρτιά ενώ είχαμε πει να μείνει μεταξύ μας...
Ο Μιχάλης ήταν φαλακρός και ξενέρωτος και η Ρίτα δεν του έδωσε καν σημασία...
Η αλήθεια είναι ότι και μένα με ξενέρωσε και ας μην το παραδέχτηκα ευθέως...
Φεμινίστρια με είπε, σατανίστρια με είπε και μιλούσε για πολιτικά συνέχεια...
Ούτε το λάιβ τους άρεσε βασικά, αν και δεν έδωσαν καν σημασία...
Ο Γιάννης φασωνόταν με την Καίτη και η Ρίτα με άγνωστους...
Εγώ ήπια για ένα μήνα. Η αλήθεια είναι ότι περίμενα να είναι πιο κουλ...
Φύγαμε από τον Γιώργο αναγκαστικά και πήγαμε κάπου να διασκεδάσουν...
Στην παρέα εξάλλου δεν μετράει η γνώμη του ενός...
Ήταν να έρθει κι ο Νίκος, αλλά ο Γιάννης δεν ήθελε να τον φιλοξενήσει
Κι όσο να πεις το Κιλκίς είναι μακριά...
Συνεχίστηκαν και κάτι άλλα στο σπίτι και το πρωί έφυγα...
Εντάξει, ίσως είμαι εγώ λάθος, αλλά δεν έχω μάθει έτσι...
Και καλύτερα να μην μάθω και ας είμαι και ξενέρωτη...

Liveaki και δεν είμαι καλάαα....

Απόψε είναι το live με τον Γιώργο. Εύχομαι όλα να πάνε καλά. Το απόγευμα θα είμαι στην σχολή για να βρεθώ με την Καίτη και τον Γιάννη. Ο Γιάννης θα φέρει μαζί του και τον Μιχάλη για να τον γνωρίσουν στην Ρίτα. Είναι λίγο φαλακρός, λέει. Θα δείξει. Θα δούμε. Πάω να ετοιμαστώ.

ΓΚ

Σήμερα βρεθήκαμε με τον Γιώργο. Ήπιαμε έναν καφέ. Είχα ανάγκη να του πω κάποια πράγματα και να τα καταλάβει. Παράλληλα έριξα τα χαρτιά στον Γιάννη και την Καίτη. Δεν το κάνω συχνά, αλλά όταν έχω όρεξη μου αρέσει και περνάω και καλά. Τους έβγαλε σχέση. Στον Γιάννη ειδικά ότι θα είναι από επαγγελματικό χώρο με τεχνική ειδίκευση. Το μυαλό μου πήγε για πολύ μετά, η αλήθεια είναι και επειδή, έβγαζε και δουλειά, θεώρησα κάτι μετά το Ιεκ. Όμως τελικά, ο Γιάννης τα έφτιαξε με την Καίτη.
Η αλήθεια είναι ότι χάρηκα. Πρώτον για την τράπουλα και δεύτερον γιατί ειναι καλά παιδιά και οι δύο. Όχι ότι δεν ζηλεύω βέβαια, αλλά οκ. Πού θα πάει και εγώ θα βρω την αγάπη. Αν και δεν θα στέλνω ζουζουνοκαρδουλίτσες. Τα βαριέμαι όλα αυτά... Απιστευταααα Αλλά αν είναι να ταιριάξουμε, θα μπορέσουμε και χωρίς αυτά και θα αντέξουμε κιόλας.

Κυριακή 24 Φεβρουαρίου 2013

Καληνύχτα

Απόψε μου λείπεις πιο πολύ από κάθε άλλη βραδιά. Έχω αφήσει το μαξιλάρι σου κενό δίπλα στο δικό μου και αγκαλιάζω τα σεντόνια με το πάπλωμα από πάνω για να φαντάζομαι πως είσαι εκεί. Κλείνω τα μάτια και σκέφτομαι να μου μιλάς. Με έχεις αγκαλιά και σχεδιάζουμε τις διακοπές μας. Θα πάρεις καινούρια βατραχοπέδιλα, γιατί τα περσινά μας τα έκλεψαν οι γύφτοι στην Βουρβουρού και εγώ ένα αντιηλιακό μεγάλης προστασίας για τα τατουάζ μου.
Αν θα είμαστε ακόμη μαζί σε λίγα χρόνια, θα χτυπησεις και το όνομα μου τατουάζ, μου λες και μετά γελάμε, γιατί θυμάσαι την διαφήμιση με την Αννα που έγινε ζαργάνα και μετά σικουάνα...
Σκύβεις προς το μέρος μου και με φιλάς στο μέτωπο κοιτώντας με στα μάτια και χαμογελάς. Ναι, είμαι ακόμη η ίδια νεράιδα που αγάπησες κάποτε και με το καιρό λάτρεψες ακόμη περισσότερο. Μόνο που τώρα μεγάλωσα και τα μάτια μου λάμπουν από έρωτα και τα χείλη μου μπορούν να σου το ψιθυρίζουν συνέχεια και αυτό είναι καλύτερο για μένα...
Ξαφνικά, σκοτεινιάζεις και όσο σφαλίζουν τα μάτια μου χάνεσαι... Και ταξιδεύεις... Στην σκέψη μου, στα θέλω μου, στα όνειρα μου... Καληνύχτα, λοιπόν, ονειράκι μου... Να μ'αγαπάς.

Θα ξημερώσει....

Λίγες ώρες ακόμη για να ανοίξει ξανά η σχολή. Συνήθισα μια εβδομάδα στο σπίτι και πάνω από όλα μηδένισα τα έξοδα μου μιας και δεν ξοδεύω χρήματα ούτε για εισητήρια ούτε για κάρτα στο κινητό ούτε για φαγητά. Ένιωσα τόσο αλλιώς αυτές τις μέρες αν και όλη μέρα ήμουν μόνη μου σε αντίθεση με τις μέρες που είμαι στην σχολή και παρακαλάω για λίγη ησυχία να χαλαρώσει το κεφάλι μου από τα βουητά και πάνω από όλα, από τα σαχλώδη χαχανητά και σχόλια γύρω από τι έκανε ο καθένας.
Πρέπει να βρω δουλειά και μάλιστα σύντομα. Όσο ήμουν στον Κώστα ήταν καλά τα πράγματα. Έπαιρνα λίγα λεφτά, αλλά και η περιοχή που ήταν το μαγαζί, δεν είχε πολύ κόσμο. Υστερα ο Κώστας αποφάσισε να φύγει και να τινάξει όλα στον αέρα. Σταμάτησε να πληρώνει, λάθος σχέσεις, λάθος συνεργασίες και πίσω από την πλάτη μας άλλες τόσες συμφωνίες και κακό.
Βέβαια, έψαξα τον δρόμο στον οποίο δουλεύαμε. Υπάρχουν πολλοί καλοθελητές που όταν ανοίξουν το στόμα τους γίνονται η καλύτερη πηγή σου για να μάθεις όσα θέλεις να μάθεις.
Η σχολή μου είναι απλήρωτη. Και δεν είναι μόνο η σχολή. Είναι όλα. Το σύνολο. Και δεν είμαι μόνο εγώ έτσι. Υπάρχουν και χειρότερα. Κοπέλες στην σχολή μου το ρίξανε στην βίζιτα και στην γύρα για πέντε και για δέκα ευρώ. Καφενεδάκια παράμερα με σερβιτόρες που η φούστα φτάνει στον αφαλό το λιγότερο και το χαμόγελο μετά βίας σκάει για να πει το γνωστό ''γειά σας, τι θα παραγγείλετε σήμερα;'' Κι ύστερα τα τηλέφωνα, τα ραντεβού και οι παράνομες νύχτες που ξελασπώνουν τις νόμιμες ημέρες, τις εφορίες, τις τράπεζες, τις σχολές, τα φαγητά, τα νοίκια και ότι άλλο μπορεί να υπάρχει σε εκκρεμότητα. Και δεν είναι ευτυχισμένες. Ούτε εγώ θα ήμουν. Αλλά όταν σπουδάζεις κάτι και απλά το πτυχίο καταλήγει στον τοίχο λόγω ανεργίας, είναι και αυτό μια λύση...Πάνω στην απελπισία της στιγμής...

Tι απέγινε ο Γιάννης

Mετά τον θάνατο του Αποστόλη, πολλοί ήταν αυτοί που εσπεύσαν να βοηθήσουν τον Γιάννη. Βοήθησα και εγώ κάποιες φορές, αν και έμενα Θεσσαλονίκη, στέλντοντας κούριερ με κάποια βασικά αγαθά που θα μπορούσαν να τον χορτάσουν για λίγες μέρες. Ωστόσο, το κούριερ, ζητούσε εξτρά χρήματα για το βάρος και δεν μου ήταν πάντα το ίδιο εύκολο, όπως στις αρχές.
Ο Γιάννης είναι ένας άνθρωπος σαν όλους εμας που πριν φτάσει εκεί που έφτασε είχε δουλειά, είναι νεφροπαθής,έμενε σε άσυλο και οι συνθήκες ζωής του ήταν παραπάνω από τραγικές. Ελάχιστο φαγητό,χωρίς θέρμανση και πολλές φορές, χωρίς χαρτί υγείας και νερό για να πλυθούν. Αργότερα, έμαθα μέσω τουίττερ ότι αυτός ο άνθρωπος βρήκε ένα σπιτάκι με την βοήθεια κάποιων τουιττεράδων από Γερμανία. Όλοι έτρεξαν να πάνε εκεί να το κάνουν είδηση και ύστερα τον ξέχασαν χωρίς καν να πάρουν ένα τηλέφωνο να δουν τι κάνει και αν είναι καλά.
Προχθές με πήρε τηλέφωνο και μου έκανε τα παράπονα του. Είχα πει ότι θα τον βοηθήσω όσο μπορώ, γιατί και εγώ οικονομικά είμαι κάτι παραπάνω από χάλια. Υστερα θύμωσα για κάτι. Είχε λογαριασμό στο τουίττερ και νόμιζα ότι με μπλόκαρε, αν και τελικά ο άνθρωπος απλά το έσβησε γιατί ορισμένοι άνθρωποι κατά τα άλλα τον αποκαλούσαν σκυλί και άλλα τέτοια.
Προσπάθησα να βρω κάποιον άνθρωπο από Αθήνα να του πάει ένα πιάτο φαί στην Κυψέλη όπου και μένει τώρα. Όλοι σκεφτόντουσαν τα χιλιόμετρα και κανείς δεν πήγε. Θα του έστελνα εγώ δέμα την Τετάρτη, αλλά είχε να φάει όλη μέρα και ήθελα κάτι άμμεσο.
Τελικά, ξεκίνησαν κάποιοι φίλοι μου από Πάτρα να του πάνε μια πίτσα και λίγα μακαρόνια να έχει να φάει την εβδομάδα αυτή μαζί με μια εξάδα μπουκάλια νερού. Να είναι καλά τα παιδιά.
Εντάξει. Μου λείπουν αυτές οι απλές καθημερινές στιγμές. Που θα βγεις στο μπαλκόνι και θα χαρείς με τον ήλιο και την βροχή. Που θα περπατήσεις στους δρόμους και θα δεις τον κόσμο αγκαλιασμένο να περπατάει αργά και να χαμογελάει που είναι ακόμη ζωντανός. Χωρίς να τον απασχολεί τόσο έντονα το οικονομικό κομμάτι. Χωρίς να κλαίει τις νύχτες για αυτό.
Έτσι όπως έγινε ο κόσμος, κανένας δεν μιλάει σε κανέναν. Ούτε καν στον εαυτό του. Άδεια μπαλκόνια παντού. Παραμελημένα με ξεσκισμένες τέντες από τον αέρα και την αδιαφορία του ιδιοκτήτη. Εδώ που τα λέμε, μπορεί απλά να μην του έμειναν λεφτά στην άκρη για να την επισκευάσει.
Όλα γύρω μας έχουν ανεβασμένη την τιμή τους. Το νερό, τα τσιγάρα, τα φαγητά, ο καφές. Πενήντα ευρώ δεν φτάνουν για να γεμίσεις με τα βασικά αγαθά μια σακούλα του σούπερ μάρκετ. Ειδικά αν έχεις μικρό παιδί στο σπίτι. Που θέλει πάμπερς, γάλατα, εμβόλια και ζέστη στο σπίτι. Τα αυτοκίνητα είναι όλα στην άκρη και αυτά που ακόμη κινούνται στους δρόμους, κάνουν τον οδηγό ακόμη πιο μίζερο και θλιμένο. Υπολόγιζε ίσως σε μια δουλειά και ένα σταθερό εισόδημα που τελικά, δεν το πήρε. Απολύθηκε, γιατί η εταιρεία του δεν τα έβγαζε πέρα πια...
Και μετά, έρχονται οι άστεγοι που ζητούν βοήθεια και έλεος από σένα που είσαι κάπως καλύτερα και θέλεις να προσπαθήσεις και δεν τα καταφέρνεις πλήρως και απογοητεύονται και αυτοί και εσύ... Μακάρι να ήταν αλλιώς τα πράγματα....

Kαι μετά μου ρωτάνε τι τι κακό έχει το σπίτι μας



Tην ιστορία με τα τρία γουρουνάκια σίγουρα την ξέρουμε όλοι. Αυτό που δεν ξέραμε και μάθαμε, είναι ότι και το σπίτι μου είναι φτιαγμένο με τον ίδιο τρόπο. Αν λίγο φυσήξει, είναι όλα στον αέρα. Τουλάχιστον, δεν βαριέμαι ποτέ. Πάντα έχω για κάποιον μαλάκα εργολάβο να μιλήσω. Στα δικαστήρια.

Σάββατο 23 Φεβρουαρίου 2013

H Συνέχεια

Oι γονείς μου στην πραγματικότητα, μετά το γεγονός αυτό, απομακρύνθηκαν ο ένας από τον άλλον. Ο κόσμος τους έβλεπε μαζί, αλλά οι σπιτικοί ήξεραν την αλήθεια. Παιδικό δωμάτιο δεν απέκτησα ποτέ. Ποτέ όσο ζούσε η μαμά με τον μπαμπά. Συνήθως κοιμόμουν ανάμεσα τους, στο κρεβάτι τους. Έλεγαν πως δεν χωράω αλλού. Εγώ όμως ένιωθα πως όλο αυτό ήταν απλά δικαιολογία. Από τα παιδιά, εξάλλου δεν κρύφτηκε κανείς.
Τις περισσότερες φορές κούρνιαζα σε εμβρυϊκή στάση και δεν ακουμπούσα κανέναν από τους δύο. Ένιωθα την ανάσα τους να πάλεται πάνω στο στρώμα, αλλά μέχρι εκεί. Έκλεινα τα μάτια και έσφιγγα τις παλάμες μέχρι να με πάρει ο ύπνος.
Τον μπαμπά τον φοβόμουν και τον αγαπούσα ταυτόχρονα. Ήταν ένας απλησίαστος άνθρωπος που όμως μου άνηκε. ίσως να μην ήταν έτοιμος να γίνει πατέρας τότε. Δεν θυμάμαι να παίξαμε ποτέ, όπως κάναμε με την μαμά. Συνήθως, μαζεύονταν στο σπίτι μουσικοί και καθόταν μαζί τους για να παίξουν. Την ημέρα κοιμόταν και την νύχτα έλειπε. Όσοι τον ξέρουν λένε, ότι είναι ένα εργατικό παιδί με μεράκι και ταλέντο. Δεν αμφιβάλλω. Αλλά εγώ δεν ήμουν ούτε κλαρίνο ούτε αρμόνιο ούτε ντραμς. Θα μου άρεσε να ήμουν μόνο και μόνο για να έχω μια ευκαιρία να ασχοληθεί μαζί μου τότε που τον είχα πραγματικά ανάγκη και τον ζητούσα να είναι δίπλα μου να μου κρατά το χέρι και να μου χαίδευει τα μαλλιά. Χωρίς υποσχέσεις και λοιπές βαριές κουβέντες. Απλά να είναι εκεί.
Τύχαινε να μπαίνω μέσα στα νοσοκομεία για εγχειρήσεις και να με στηρίζουν μπαμπάδες από άλλα παιδάκια. Να μου κρατάνε το χέρι και να μου λένε πως ο μπαμπάς όπου να ' ναι θα ΄ρθει. Ήξερα ότι δεν θα έρθει και δάκρυζα. Αυτοί δεν τον γνώριζαν και το έπαιρναν απλά σαν... παιδική αδυναμία.
Αδύναμη δεν ήμουν ποτέ πραγματικά. Πάντα είχα το κουράγιο να τολμώ. Για να αποδεικνύω στους άλλους πως αφού τα κατάφερα εγώ, τότε μπορούσε άνετα να τα καταφέρει ο οποιοσδήποτε...