Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΖΩΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΖΩΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 24 Ιανουαρίου 2014

Είμαι ότι είσαι

Aυτές τις μέρες επισκέφτηκα το χωριό μου. Είχα πολύ καιρό να πάω. Μύριζε αναμνήσεις, καλοκαρδοσύνη, οικειότητα, καλομαγειρεμένα φαγητά και αγάπη. Από αυτήν την φτωχική, αλλά απλόχερα δοσμένη μέσα σε μια καλημέρα, σε ένα διάχυτο χαμόγελο, σε μια εγκάρδια χειραψία.
Περπάτησα στα δρομάκια, με ένα μπουφάν ριγμένο επάνω μου και με μια φωτογραφική μηχανή στο χέρι, η οποία ήθελα να είναι η προέκταση του ματιού μου για να μην χάσω ούτε ένα πόντο από αυτήν την παραδεισένια ομορφιά που μόνο γαλήνη μπορούσε να με γεμίσει.
Ο αέρας χάϊδευε απαλά τα φύλλα των δέντρων που σούρνονταν λες και ήθελαν να κρύψουν τις νεράιδες που είχαν στα σπλάχνα τους, να τις αφήσουν να ξεκουράσουν τα κορμιά τους ώστε να μπορέσουν να παραδοθούν στον αιθέριο χορό τους άπαξ και νυχτώσει για τα καλά.
Ο ήλιος ελάχιστος, αλλά γλυκός, ήταν εκεί για να φωτίζει τα βήματα των περαστικών που μάζευαν καταμετρώντας τα άλογα, τα κατσικάκια και τις κοτούλες τους στην στάνη και τα κοτέτσια, μοιράζοντας τους δροσερό νερό και άφθονη, διαλεγμένη τροφή για να τα ευχαριστήσουν για όσα τους προσφέρουν καθημερινά, χωρίς να ζητούν ανταλλάγματα.
Λίγο παρακάτω τα παγκάκια, κατεστραμένα από το χρόνο, χωρίς να χάνουν τον αγέρωχο εαυτό τους, κρατούν ακόμη επάνω τους χαραγμένα τα ονόματα μας, προσμένοντας την επιστροφή την δική μας, αλλά και των πάμπολων αναμνήσεων μας από τις παιδικές στιγμές.
Μια φωνή που δεν σβήνει ποτέ και χαχανίζει στα κρυφά κάπου μέσα στον ενήλικο εαυτό που με κόπο και δόλο αποκτήσαμε  δοκιμάζοντας την χαρισμένη φορεσιά της κοινωνίας και εναλλάσεται μέσα από αντικαθρεφτίσματα μικρών παιδιών που παίζουν στις αλάνες ξέγνοιαστα, τρέχοντας στις κουνιές, με ένα ποδήλατο ή με μια μπάλα στο χέρι, κοιτούν τον ουρανό κατάματα και ονειρεύονται το μέλλον μέσα από τις παρομοιώσεις των συννέφων και των αντανακλάσεων...
<< Όταν μεγαλώσω θέλω να γίνω... >> το παράδειγμα προς όλους τους μεγάλους που προσπαθούν να μας αλλάξουν και δήθεν να μας συνετίσουν σε ένα κόσμο άδικο και ξεφτυλισμένο, με διέκοψε με σταθερή φωνή ένα οχτάχρονο παιδάκι με ξανθά μαλλάκια, καταγάλανα μάτια που μέχρι και ο ουρανός θα ζήλευε, ορφανό από γονείς εδώ και ένα χρόνο και εγκατελειμένο από τις παρέες του υπόλοιπου χωριού.
Μου κέντρισε το ενδιαφέρον. Ήθελα να μάθω τόσα για αυτό το πλάσμα. Την καθημερινότητα του, τον τρόπο σκέψης του, τα αγαπημένα του μέρη. Του ζήτησα να περάσουμε μια μέρα μαζί και όλοι με αγριοκοίταξαν λες και ήθελα να σκοτώσω κάποιο από τα ζωντανά τους ή να τους κλέψω τα περιουσιακά στοιχεία τους. "Αυτό είναι κακομαθημένο", μου είπαν "Από τότε που έχασε τους γονείς τους βγάζει επιθετικότητα σε όλα τα παιδάκια, φτύνει το φαγητό του, λέγοντας πως δεν είναι σαν της μαμάς του, βρίζει...".
Θέλησα ακόμη πιο πολύ να το συναντήσω το απόγευμα και το έκανα. Το παιδί προχώρησε προς το μέρος μου με ένα πάκο γαριδάκια στα χέρια, χαρτομάντηλα στην τσέπη από το μπουφάν του και μια μαγκιόρικη συμπεριφορά που παίδευε την τσίχλα στα μικροκαμωμένα χειλάκια του. Σύντομα ήταν ένα ήρεμο παιδάκι που χαχάνιζε όπως όλα τα άλλα, έπαιζε σαν όλα τα άλλα και εκτίμησε περισσότερο από όλα τα άλλα τον χρόνο που διέθεσα για αυτό.
Κλείνοντας, θα ήθελα να σας παραθέσω μια ατάκα του μικρού και να σας αφήσω για απόψε: Κανένα παιδάκι δεν θέλει να είναι κακό και δεν ξεκινάει με το να είναι κακό. Πολλές φορές γίνομαι κακός και θυμώνω, επειδή και αυτοί το ίδιο κάνουν σε μένα και θέλω να τους δείξω ότι πονάει και δεν είναι όμορφο. Όμως εγώ είμαι απλά ένας αλήτης, που δεν έχει τρόπους και δεν θα αποκτήσει ποτέ και ας έχω πολλούς παραπάνω από αυτούς που με κρίνουν και με απομονώνουν κάθε μέρα από τα σπιτια τους.
Θέλω να ευχαριστήσω τον Θεό που είχα την τύχη να γεννηθώ σε ένα τόσο πανέμορφο τόπο, που είχα την τύχη και την διάθεση των γονιών μου να μου μάθουν να αγαπώ το κάθε τι γύρω μου και να συναντώ τόσο υπέροχα πλασματάκια σαν το παιδάκι που σας περιέγραψα. Καλό απόγευμα ψυχούλες μου. Και μην βιάζεστε να κρίνετε τίποτα και ποτέ. Η αλήθεια είναι παιχνιδιάρα και τις αρέσει να κρύβεται σε πολλές οπτικές γωνίες. Μην αποκτάτε γνώμη για κάτι πριν να είστε σίγουροι πως  τις ανακαλύψετε όλες. Σας φιλώ γλυκά.

Κυριακή 8 Δεκεμβρίου 2013

Αναζητώντας την εργασία

Aγαπημένα μου φιλαράκια, τι μου κάνετε; Εύχομαι να είστε καλά και να περνάτε πανέμορφα, ή τουλάχιστον, να προσπαθείτε να χαμογελάτε όσο και όπως μπορείτε. Κάποιος που είχε σπουδάσει ψυχολογία κάποτε, μου είχε πει πως αν προσπαθήσεις να χαμογελάσεις, στην αρχή θα σκαλώσεις - γιατί θα είναι κάτι που δεν θα το έχεις συνηθίσει, αν δεν στο έχει προκαλέσει κάποιος αυτόρμητα - αλλά σιγά σιγά θα αρχίσεις να συνηθίζεις, να το νιώθεις και να φαίνεσαι χαρούμενος μέσα σου, ακόμη και αν ο κόσμος σου γκρεμίζεται...
Για να πω την μαύρη μου αλήθεια, ποτέ μου δεν τα κατάφερα να το κάνω αυτό. Όποτε ένιωθα άσχημα ή πιεζόμουν από μία κατάσταση, μπορούσαν να το καταλάβουν και οι γύρω μου. Έπαιρναν μάλιστα το θάρρος (θράσσος για μένα) κάποιες φορές να ρωτάνε και να ξανά ρωτάνε τι έχω και γιατί είμαι έτσι. Ενδιαφέρον... Τρίχες κατσαρές. Αν υπήρχε πραγματικό ενδιαφέρον φίλε μου, δεν θα έφτανες στο σημείο να νιώσεις πεσμένος, γιατί θα είχες άτομα δίπλα σου για να σε ανεβάσουν και να σε κρατήσουν σε ένα σταθερό ψυχολογικό επίπεδο και δεν θα ήσουν ένα με το γρασίδι. Κάποιοι βέβαια, θα βιαστούν και θα μου πούνε μα γιατί να τα περιμένεις όλα από τους άλλους και να μην προσπαθήσεις να καταφέρεις κάτι μόνη σου... Κάποιοι άλλοι θα με ρίξουν στην αγκαλιά της εκκλησίας και κάποιοι άλλοι θα συνεχίσουν απλά να αδιαφορούν... Σίγουρα όμως το σημερινό μου θέμα δεν θέλω να το πάω καθόλου προς τα εκεί.

Το σημερινό μου θέμα ταξιδεύει στην Αθήνα, εκεί που βρίσκεται το πνεύμα και το σώμα μου... Εκεί που βρίσκονται οι τελευταίες μου ελπίδες για να βρω δουλειά στο αντικείμενο μου... Σε αυτό που ήθελα να σπουδάσω και να υπηρετήσω για όσο αντέξω και μου επιτρέψουν τα μεγάλα κεφάλια... ('Αραγε θέλουν;) Την δημοσιογραφία.
Είμαι εδώ πέρα ένα μήνα και κάτι ψιλά, σε ένα σπίτι πια που νοικιάσαμε στην Νέα Σμύρνη(με χαμηλό ενοίκιο, ευτυχώς). Λένε ότι η περιοχή που μένω είναι καλή. Φαίνεται άλλωστε. Ο κόσμος καλοντυμένος κατεβαίνει πότε με τις σκάλες μέσα στα καλοσιδερωμένα ρούχα του πότε με το ασανσέρ φορώντας φινετσάτα αρώματα και ύφος αφ υψηλού στο βλέμμα τους. Είναι αυτό το βλέμμα της ακτινογραφίας εξ αποστάσεως που σου διαπερνά την ραχοκοκαλιά και φτάνει στην ψυχή σου. Αυτό το βλέμμα που μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα γνωρίζει ποιος είσαι, ποιος θα ήθελες να είσαι, τι σκέφτεσαι, γιατί το σκέφτεσαι, αν είσαι καλός άνθρωπος, αν έχεις στόχους και αν τελικά θα τους πετύχεις σε βάθος χρόνου. Κάποιες φορές, αν το βλέμμα είναι εκπαιδευμένο, μπορεί να βρει και πότε έκανες το τελευταίο τσεκ απ στο νοσοκομείο.
 Γύρισα πολλά γραφεία, χτύπησα πόρτες... Ξαναχτύπησα πόρτες μη και δεν άκουσαν καλά οι ιδιοκτήτες τους και δεν μου έκαναν σινιάλο να μπω να πούμε και να βρεθεί μια λύση. Το μοίρασμα των βιογραφικών μου, έχει ξεπεράσει σε αριθμό τα κουπόνια πίτσας που μοιράζουν οι υπάλληλοι στα διόδια της Λαμίας. Ίσως να έχουν και την ίδια μοίρα με τα κουπόνια: Τα σκουπίδια. Ποιος ξέρει... Το μόνο που ξέρω είναι ότι χρειάζομαι δουλειά, όχι για να μοιράσω αυτόγραφα, όπως εύχονταν πολλές συμφοιτήτριες μου, όχι για να αγοράζω ακριβά αμάξια και αυτοκίνητα, όχι για να τα φτιάξω με μεγαλοεπιχειρηματίες προκειμένου να με κάνουν φίρμα και να τα πάω καλύτερα, όχι για να τα πάρω κάτω από το τραπέζι και να πουλάω μούρη μέσα σε ψέματα και ένα σωρό αρλούμπες μέσα στην μούρη των άλλων, αλλά για να μπορώ να συντηρήσω τον εαυτό μου. Να έχω χρήματα να πληρώσω το ενοίκιο μου, τα κοινόχρηστα, το φαγητό μου.
Αυτοί την ώρα, φαντάζομαι την αγωνία κάποιων στα μάτια τους. Την αγωνία για να μάθουν αν όλα όσα ακούγονται για την Αθήνα, είναι αλήθεια. Αν είναι μία ζούγκλα και αν οι άνθρωποι της είναι αγρίκοι... Αν το καλαμάκι είναι σουβλάκι και όλα αυτά τα πανέμορφα που λέμε συνήθως στις καφετέρειες και γελάμε και κάνουμε ιστορίες για αρκούδες και τιγράκια... Ενα θα σας πω, λοιπόν και θα κλείσω.
Ζούγκλα είναι η ανθρώπινη συμπεριφορά και όχι οι πόλεις στις οποίες κατοικεί το σώμα μας. Ενώ οι γύρω μας πεινάνε, δεν τους δίνουμε τροφή, παρά μόνο για σχόλια μέσω της συμπεριφοράς μας. Κι αν ακόμη ταϊσουμε κάποιον, θα του φάμε την ψυχή, γιατί θα του κοπανάμε πάντοτε το πόσο καλό του κάναμε.

Κυριακή 31 Μαρτίου 2013

Θα σου τηγανίσω ψάρια...

Tα μνημόσυνα ποτέ μου δεν τα λάτρεψα. Ίσως ήταν και ότι πιο άχρηστο για μένα. Βέβαια, ο παππάς πάντα έλεγε ότι βοηθάει στην σωτηρία της ψυχής. Του νεκρού, να φανταστώ, γιατί από κοτσομπολιό άλλο τίποτα.
Και τι φόρεσες και πως το φόρεσες και τι είπες και πού το είπες;
Πόσο χρόνο ξοδεύεις για τον εαυτό σου και πόσο για τα παιδιά σου;
Είσαι καλή νοικοκυρά; Ικανοποιείς τον άντρα σου; Σ'αγαπάει η πεθερά σου;

Κλείσαμε ένα χρόνο για τον παππού. Αλλά τον νιώθω πάντα δίπλα μου. Είναι από τις λίγες φορές που κλείνω τα μάτια μου και τον νιώθω κοντά μου. Είναι εκεί και με κοιτάζει και χάνομαι στην αγκαλιά του όποτε το έχω ανάγκη και μου τραγουδάει... Μου τραγουδάει...
Θα σου τηγανίσω ψάρια σαρδελίτσες πεταχτές...
Α, ρε παππού. Οσο ήσουν εσύ ζωντανός τα πράγματα ήταν σε μια σειρά. Σπάνια τσακωνόμασταν και αν το κάναμε ήταν για λίγο. Κι όποτε ήταν πολύ... Είχαμε εσένα. Να μας μιλάς για τα παλιά τα χρόνια και να ξεχνιόμαστε... Εμείς οι μικροί...
Οχτώ η ώρα είμασταν στην εκκλησία. Κανονικά, έπρεπε να είμασταν πιο νωρίς εκεί... Αλλά δεν ξυπνούσαμε εύκολα. Την προηγούμενη δεν είχα ύπνο. Πάντα όταν αλλάζω μέρος δυσκολεύομαι να βολευτώ. Με τσίμπησαν και ψύλλοι. Χρόνια είχε να μου συμβεί.
Τον παππά δεν τον είδα. Ηπια καφέ και λίγο λικέρ. Με έτσουξε το στομάχι και έφυγα. Όχι για αυτό, αλλά με φιλούσε κόσμος που δεν ήξερα και είμαι περίεργη με αυτά.
Στο καπάκι έκανα ένα γύρο στην εκκλησία. Καθαρός ουρανός αν και μουντός. Τα χορτάρια φρέσκα από την βροχή και η πόρτα από τα νεκροταφεία βαριά. Δεν μπήκα μέσα. Δεν ήθελα. Μπήκα στο αμάξι και έφυγα με την θεία μου για το σπίτι.

Κυριακή 24 Φεβρουαρίου 2013

Tι απέγινε ο Γιάννης

Mετά τον θάνατο του Αποστόλη, πολλοί ήταν αυτοί που εσπεύσαν να βοηθήσουν τον Γιάννη. Βοήθησα και εγώ κάποιες φορές, αν και έμενα Θεσσαλονίκη, στέλντοντας κούριερ με κάποια βασικά αγαθά που θα μπορούσαν να τον χορτάσουν για λίγες μέρες. Ωστόσο, το κούριερ, ζητούσε εξτρά χρήματα για το βάρος και δεν μου ήταν πάντα το ίδιο εύκολο, όπως στις αρχές.
Ο Γιάννης είναι ένας άνθρωπος σαν όλους εμας που πριν φτάσει εκεί που έφτασε είχε δουλειά, είναι νεφροπαθής,έμενε σε άσυλο και οι συνθήκες ζωής του ήταν παραπάνω από τραγικές. Ελάχιστο φαγητό,χωρίς θέρμανση και πολλές φορές, χωρίς χαρτί υγείας και νερό για να πλυθούν. Αργότερα, έμαθα μέσω τουίττερ ότι αυτός ο άνθρωπος βρήκε ένα σπιτάκι με την βοήθεια κάποιων τουιττεράδων από Γερμανία. Όλοι έτρεξαν να πάνε εκεί να το κάνουν είδηση και ύστερα τον ξέχασαν χωρίς καν να πάρουν ένα τηλέφωνο να δουν τι κάνει και αν είναι καλά.
Προχθές με πήρε τηλέφωνο και μου έκανε τα παράπονα του. Είχα πει ότι θα τον βοηθήσω όσο μπορώ, γιατί και εγώ οικονομικά είμαι κάτι παραπάνω από χάλια. Υστερα θύμωσα για κάτι. Είχε λογαριασμό στο τουίττερ και νόμιζα ότι με μπλόκαρε, αν και τελικά ο άνθρωπος απλά το έσβησε γιατί ορισμένοι άνθρωποι κατά τα άλλα τον αποκαλούσαν σκυλί και άλλα τέτοια.
Προσπάθησα να βρω κάποιον άνθρωπο από Αθήνα να του πάει ένα πιάτο φαί στην Κυψέλη όπου και μένει τώρα. Όλοι σκεφτόντουσαν τα χιλιόμετρα και κανείς δεν πήγε. Θα του έστελνα εγώ δέμα την Τετάρτη, αλλά είχε να φάει όλη μέρα και ήθελα κάτι άμμεσο.
Τελικά, ξεκίνησαν κάποιοι φίλοι μου από Πάτρα να του πάνε μια πίτσα και λίγα μακαρόνια να έχει να φάει την εβδομάδα αυτή μαζί με μια εξάδα μπουκάλια νερού. Να είναι καλά τα παιδιά.

Τρίτη 19 Φεβρουαρίου 2013

Σύγχρονη Σταχτοπούτα

H μαμά μου ήταν ένα πλασματάκι που πέρασε τόσα πολλά. Οι γονείς της την άφησαν από έννια ημερών να μεγαλώσει με την γιαγιά και έφυγαν για την ξενιτιά μπας και βρουν δουλειά. Χρόνια δύσκολα τότε. Τα μόνα δώρα που έπαιρνε ήταν τα χριστούγεννα. Μερικές κούκλες πλαστικές που της έστελναν η γιαγιά και ο παππούς από το εξωτερικό.
Τους γονείς της τους είδε στα δώδεκα όπου και επέστρεψαν για λίγο στην Ελλάδα για να αφήσουν και τον θείο μου, ο οποίος ήταν ήδη δύο χρονών τότε. Ο παππούς με την γιαγιά έκαναν άλλο ένα κοριτσάκι, το οποίο το κράτησαν μαζί τους ώσπου πήγε η μαμά μου δώδεκα χρονών και τους πήραν μαζί τους στην Γερμανία.
Επειδή η γιαγιά μου και ο παππούς μου δούλευαν ως αργά το βράδυ, η μαμά έπρεπε από τα δώδεκα της να πηγαίνει στο σχολείο, να κάνει τα μαθήματα της, εξωσχολικές δραστηριότητες, να προσέχει τα αδέρφια της, να μαγειρεύει, να πλένει, να σιδερώνει και να κρατάει γενικώς το σπίτι πεντακάθαρο. Σύγχρονη Σταχτοπούτα.
Κάποτε θέλησε να ξεφύγει από όλο αυτό. Γνώρισε τον πατέρα μου. Μουσικός στο επάγγελμα και δέκα χρόνια μεγαλύτερος από αυτήν. Αυτήν δεκαέξι μόλις. Αρραβωνιάστηκαν και έμειναν στο σπίτι του. Στο ίδιο σπίτι, έμενε η μαμά του μπαμπά μου, ο μπαμπάς του η αδερφή του και η γιαγιά του όσο έζησε. Κι μπαμπάς του μπαμπά μου, μουσικός ακόμη. Το ταμείο το διαχειριζόταν πάντα η μαμά του μπαμπά μου και ακόμη και ένα χαρτομάντηλο να ήθελες να πάρεις, έπρεπε να έχεις την άδεια της. Το κακό στην υπόθεση ήταν ότι η γιαγιά μου δεν την ήθελε για νύφη της. Και αντί να γλιτώσει από την ζωή που είχε η μαμά μου, έπεσε μέσα σε ένα λάκο με φίδια που την έτρωγαν κάθε μέρα. Καθάριζε και εκεί το σπίτι και υπηρετούσε ξανά άτομα. Τόσο πολλή δυσκολία, που πριν από μένα είχε δύο αποβολές λόγω έλλειψη ξεκούρασης. Αργότερα, έμεινε έγκυος ο θεία μου και η μαμά μου, αν και έγκυος επίσης, είχε να προσέχει και τον ξάδερφο μου, επειδή η θεία μου έπρεπε να συνεχίσει τις σπουδές της και δεν γινόταν να παίρνει τον μπέμπη μαζί στην σχολή για να γράφει και να περνάει διαγωνίσματα.
Ύστερα από όλα αυτά τα βάσανα, έσπασαν τα νερά της στον πέμπτο μήνα. Νοσηλεύτηκε για ένα μήνα στο νοσοκομείο κάτω από ειδική αγωγή και τελικά μπήκε στο χειρουργείο ένα μήνα μετά για να με γεννήσει. Στην αρχή οι γιατροί έλεγαν να με βγάλουν με καισαρική, όμως η μαμά μου ήθελε να με γεννήσει φυσιολογικά, γιατί πίστευε πως δεν θα μπορέσω να ζήσω διαφορετικά, λόγω του ότι ήμουν πολύ μικρή.
Έκανα γύρω στις 38-48 ώρες να γεννηθώ. Εκείνη την μέρα θα μπορούσαν να δουν και η μαθητευόμενοι γιατροί πώς γίνεται μία φυσιολογική γέννα σε πραγματικές καταστάσεις. Ο γιατρός τους έβαλε να καθαρίζουν κουτάλες και αφού είδε ότι εγώ αργώ να γεννηθώ, αποφάσισε να πάει για έναν καφέ, γιατί υπολόγιζε ότι σαν πρώτη γέννα και μετά από τόση αργοπορεία, έχω μέλλον ακόμη.
Πέντε με δέκα λεπτά αφού έφυγε ο γιατρός, η μαμά μου ένιωσε ένα πολύ δυνατό πόνο και φώναξε πως γεννάει. Ένας μαθητευόμενος που ασχολούνταν ακόμη με τις κουτάλες που του είχε αναθέσει ο καθηγητής του, γύρισε ξαφνιασμένος και με χτύπησε με την κουτάλα στο κεφάλι κατά λάθος. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να μου δημιουργηθεί ένα αιμάτωμα.
Οι γιατροί είπαν στους γονείς μου ότι θα μείνω φυτό και τους πρότειναν να με αφήσουν σε κάποιο ίδρυμα. Όπως έλεγαν, δεν θα μπορούσα να σταθώ ποτέ στα πόδια μου, να μιλήσω και να δω. Ο πατέρας μου, πάντα ήθελε αγόρι και δεν ήμουν. Είχε πει πως είναι καλύτερα να με αφήσουν εκεί και να προσπαθούσαν να κάνουν άλλο παιδάκι κάποια στιγμή. Όμως, η μαμά μου ύστερα από δύο αποβολές και ένα τάμα που είχε κάνει, αποφάσισε να με κρατήσει και να τρέξει μόνη της στους γιατρούς μαζί μου αν χρειαστεί.
Κάπως έτσι, φύγαμε στο εξωτερικό για να αφαιρέσουμε το αιμάτωμα. Πάνω στην εγχείρηση σταμάτησε η καρδιά μου και οι γιατροί προσπάθησαν να με επαναφέρουν με χίλιους δύο τρόπους. Ύστερα από αρκετές μέρες, είπαν στην μαμά μου για το χαρτί θανάτου ή όπως αλλιώς λέγεται και της ζήτησαν να καλέσει τους συγγενείς σε περίπτωση που μέχρι την άλλη μέρα δεν συνελθώ για να γίνει η μεταφορά του σώματος και στο τέλος η κηδεία μου. Για καλή μου τύχη ή θαύμα, εκείνη την ημέρα η καρδιά μου άρχισε να λειτουργεί ξανά και να έχει κανονικό παλμό.
Όταν αποφασίσαμε να γυρίσουμε στην Ελλάδα, ήταν η περίοδος άνθισης της αεροπειρατείας. Κι επειδή πίστευαν ότι υπάρχει κρυμμένος εκρηκτικός μηχανισμός στο κεφάλι μου, μου έβγαλαν τις γάζες για να βεβαιωθούν ότι δεν υπάρχει τίποτα ύποπτο.
Έτσι έμεινα μέχρι τριών χρονών στην Γερμανία και όπως είπα και σε προηγούμενο ποστ, έκανα γενέθλια με τους γιατρούς μόλις έκλεισα τον πρώτο χρόνο ζωής μου. Για τους γιατρούς, ήμουν πάντα ένα αγγελούδι.
Συνεχίζεται...

Κυριακή 17 Φεβρουαρίου 2013

Ο Μπαμπάς Μου

Με πήρε ο μπαμπάς τηλέφωνο……
58 δευτερόλεπτα κλήση!!!!!!!!!!!!!
Καλύτερα να μην παίρνει καθόλου….
Με κάνει να τον θυμηθώ και μέχρι να τον θυμηθώ……Το κλείνει!
Την τελευταία φορά που τον είδα ( Τα Χριστούγεννα πρέπει να ήταν)….Μαζί με κάτι σοκολάτες, μου έδωσε και δυο τρεις φωτογραφίες του με κάτι συγγενείς από την Αμερική…..
Οι συγγενείς με άφησαν αδιάφοροι…..Ούτε που τους είχα ξαναδει…..
Και να τους είχα δει δεν τους θυμόμουν……
Ενώ ο μπαμπάς για μένα φάνταζε σαν κάτι το απογορευμένο…..
Κάθε φορά που τον νοσταλγώ και το λέω στη μαμά……Νευριάζει και λέει ότι δε με μεγαλώνει αυτός τόσα χρόνια, αλλά ο Άρης και του οφείλω πολλά……Και πως αυτός ο άνθρωπος είναι συγγενής μαζί μου μόνο στα χαρτιά……
Πέρασε πολλά μαζί με το μπαμπά η μάνα μου…..
Μικροπαντρεύτηκε και κρεμάστηκε από πάνω του…..
Αν και δε τη δικαιολογώ....
Του'κανε κι αυτή με τη σειρά της πολλά.....
Επειτα ορμήξαν τα σόγια κι άρχισε το πατηρντί………
Δεν παύει όμως να είναι πατέρας μου…..
Να ρέει το ίδιο αίμα στις φλέβες μας και να έχω αδέρφια από αυτόν……
Στα όποια μακάρι η αίχρα που προσπαθεί να σπείρει η γυναίκα του για μένα, να μην τα αγγίξει…
Δεν φταίω εγώ αν δεν ταιριάξαν……
Κι ούτε της πήγα κόντρα επειδή παντρεύτηκε το μπαμπά…….
Της πήγα κόντρα επειδή δεν με άφηνε να επισκέπτομαι τον μπαμπά…
Κακά τα ψέματα……Το σπίτι είναι του μπαμπά….
Είμαι παιδί του και θα τον βλέπω...
Είμαι κομμάτι του…
Τι σημασία έχει αν έχει κι άλλα παιδιά;
Όλα το ίδιο δεν είμαστε;
Ισως τα άλλα να τα πονάει πιο πολύ, γιατί τα μεγαλώνει...
Αλλά…..Εγώ;;;;
Δεν θα υπάρχω κάπου κι εγώ μες την καρδιά του;
Σίγουρα... Σίγουρα... Κάπου μέσα του...