Τετάρτη, 20 Αυγούστου 2014

Λία. Από το Συναυλία.

Η πρώτη συναυλία που πήγα στην ζωή μου ήταν όταν ήμουν δωδεκάμισι χρονών και αυτό κατά τύχη. Η γιαγιά μου είχε την συνήθεια να επισκεπτόμαστε συγγενείς στα μέσα του καλοκαιριού και να περνάμε τις ώρες μας μαζί τους πίνοντας κρύο τσάι και μιλώντας για σεμεδάκια και νέα μοντέλα κατσαρολικών και λοιπών κουζινικών σκευών, κάτι που εμένα σχεδόν ποτέ δε με άγγιζε. Μου άρεσε όμως ο αέρας στο μπαλκόνι έκανε τα μαλλιά μου να μοιάζουν σαν χορεύτριες σε γνωστή σχολή μπαλέτου κι έτσι ξέφευγα στην ιδέα πως είμαι υγιής και μπορώ και τρέχω δεξιά και αριστερά σε θάλασσες και λιβάδια... Και πάντοτε γελούσα γιατί έβαζα στο νου μου πως έρχεται κάποιο δελφίνι έπειτα από αυτό ή αχινός και το πατάει κάποιος. Ανέμελα παιδικά χρόνια που δεν ξεχώριζαν και πολύ από ένα φυσιολογικό παιδί. Ούτως ή άλλως και κεινα, λίγο πολύ, μαντρωμένα τα είχαν για να μην  κολλάει ψείρες το ένα από το άλλο και κάθονται οι γριες μέχρις αργά το βράδυ να βγάζουν τα μάτια τους για να τα καθαρίζουν και να πλένουν με μανία τα σεντόνια για απολύμανση.
Την ιδέα για την συναυλία την είχε μία γριούλα που μας τάιζε σύκα και λικέρ κάθε τόσο με τον Τασούλη όταν κρυβόμασταν κάτω από την σκάλα για να παίξουμε λίγο ακόμη με το ηλεκτρονικό παιχνίδι που είχαν αγοράσει οι νονοί στην Ελενίτσα δώρο για την γιορτή της. Μην φανταστείς πως ήξερε ποιος τραγουδιστής θα παρευρίσκεται ή  τι είδους τραγούδια θα ερμηνευτούν. Απλώς ήξερε πως θα έχει καρέκλες για να κάτσουμε και λαχταριστά κεράσματα. Δεν έλεγε ποτέ όχι σε γλυκά και ποτά. Το θεωρούσε προσβολή να αρνηθείς, αλλά τα έψαχνε και από μόνη της.
Όταν πρωτοαντίκρισα το χώρο, μου θύμισε αυτά τα μίνι πανηγυράκια που γίνονται όταν κάνουν την γιορτή κερασιού και μαζεύεται ο κόσμος για να πάρει ένα κουπάκι να δοκιμάσει το προϊόν και έπειτα να αγοράσει ή να λάβει δωρεάν συσκευασίες ή βάζα για το σπίτι του. Μπορώ να πω πως ήμουν έτοιμη να γελάσω δυνατά και να τους ζητήσω να φύγουμε ή τέλος πάντων να κάτσω κάπου παράμερα. Όμως όταν είδα ότι άρχισαν να συναντούν γνωστά άτομα εκεί μέσα, ντράπηκα κι άφησα το χέρι της γιαγιάς μου σβέλτα θέλοντας να προλάβω να εξερευνήσω το χώρο πριν αρχίσει η συναυλία και χάσει η μάνα το παιδί και το παιδί την μάνα και δεν μπορέσω να βρω το ησυχαστήριο μου μέχρι να περάσουν οι ώρες και να τελειώσει όλο αυτό. Στην αρχή πέρασα ανάμεσα από οχτώ σειρές ατελείωτες πλαστικές καρέκλες που πάνω τους είχαν κοτσαρισμένο σαν κονκάρδα από έναν παππού ή μια γιαγιά που προσπαθούσαν να φάνε με αγωνία λίγο ψητό καλαμπόκι από αυτό που πουλούσε μια κοπελίτσα γύρω στα 20 μπροστά στην είσοδο. Όμως λίγο πιο πέρα βρήκα κάτι πολύ ενδιαφέρον. Ηταν ένα παλικάρι, ψηλό το οποίο ασχολιόταν με ένα μηχάνημα που είχε πάνω του πολλά, πολύχρωμα κουμπάκια και ρύθμιζε τον ήχο. Ήθελα πάρα πολύ να του μιλήσω και να ρωτήσω τόσα πολλά πράγματα γύρω από αυτό το μηχάνημα. Είχα ξαναδει άλλη μια φορά στην ζωή μου, όταν είχε έρθει ο κύριος Τάκης να πάρει τον μπαμπά για μια συναυλία και είχα πάει μαζί, αλλά όσες φορές κι αν ρωτούσα το παραμικρό... όλοι γελούσαν και μου χαϊδεύαν το κεφάλι σαν να είμαι κανένα τζακ ρουσέλ που έκανε κολπάκια εν ώρα χαλάρωσης του αφεντικού του.
Μόλις άρχισε η συναυλία και είχε ήδη φανεί να  χαλαρώνει το σενάριο του ψήνω καλαμπόκι- τρως το καλαμπόκι, πλησίασα αυτό το ψηλό παιδί. Στεκόμουν ακριβώς από πίσω του κι ένιωθα την καρδιά μου να θέλει να σπάσει από ντροπή και αγωνία. Τελικά, ένιωσα το δάχτυλο μου να σφινώνεται διστακτικά στην μέση του και να τον χτυπάει σαν τα κουδούνια στα θυροτηλέφωνα. Αυτός γύρισε σχεδόν στο δευτερόλεπτο ξαφνιασμένος, αλλά μόλις με είδε, χαμόγελασε ευγενικά και πριν προλάβει να αρθρώσει λέξη ένιωθα την γλώσσα μου να πηγαίνει ροδάνι και να ρωτάει για αυτό το μηχάνημα που τόσο πολύ με είχε ενθουσιάσει. ''Αυτό εδώ το μηχάνημα ονομάζεται κονσόλα. Είναι το μαγικό ραβδί που μετατρέπει το κάθε ατάλαντο ον, σε επιτυχημένο έλληνα καλλιτέχνη και δώστου τα παιδάκια για αυτόγραφα''. Είχα αρχίσει ήδη να τον συμπαθώ.
Λίγο πιο πέρα, δύο τραγουδίστριες. Απολάμβαναν το τσιγάρο τους και χτυπούσαν ρυθμικά τα πόδια τους στο γρασίδι, σχηματίζοντας γραμμές με το τακούνι σε σημεία.
Σε κάποια στιγμή, ένιωσα το χέρι του παιδιού να με τραβάει και να με ρωτάει για την ηλικία μου, τα όνειρα μου, τα χόμπι μου και κάπως έτσι πιάσαμε κουβέντα μέχρι την ώρα που έφυγα. Ήταν ένα αξιόλογο πλάσμα που με έκανε να γελώ και να κατανοώ όρους που κανένας από το οικογενειακό μου περιβάλλον δεν ξόδεψε χρόνο να μου εξηγήσει ως τότε. Μου έδωσε μάλιστα και μια κάρτα από το στούντιο που δούλευε, καλώντας με να περάσω όποια στιγμή ήθελα να τον δω κι εκεί ή τέλος πάντων να κρατήσουμε επαφή μιας και το όνειρο μου τότε ήταν να γίνω μεγάλη στιχουργός και να δουλέψω στο εξωτερικό. Το δέχτηκα με τεράστια χαρά και μπορώ να πω με βεβαιότητα πως και όταν πια είχα φύγει από την συναυλία, έκανα δυο μέρες να κοιμηθώ σωστά από την χαρά που ένιωθα μέσα μου.