Κυριακή 24 Φεβρουαρίου 2013

Καληνύχτα

Απόψε μου λείπεις πιο πολύ από κάθε άλλη βραδιά. Έχω αφήσει το μαξιλάρι σου κενό δίπλα στο δικό μου και αγκαλιάζω τα σεντόνια με το πάπλωμα από πάνω για να φαντάζομαι πως είσαι εκεί. Κλείνω τα μάτια και σκέφτομαι να μου μιλάς. Με έχεις αγκαλιά και σχεδιάζουμε τις διακοπές μας. Θα πάρεις καινούρια βατραχοπέδιλα, γιατί τα περσινά μας τα έκλεψαν οι γύφτοι στην Βουρβουρού και εγώ ένα αντιηλιακό μεγάλης προστασίας για τα τατουάζ μου.
Αν θα είμαστε ακόμη μαζί σε λίγα χρόνια, θα χτυπησεις και το όνομα μου τατουάζ, μου λες και μετά γελάμε, γιατί θυμάσαι την διαφήμιση με την Αννα που έγινε ζαργάνα και μετά σικουάνα...
Σκύβεις προς το μέρος μου και με φιλάς στο μέτωπο κοιτώντας με στα μάτια και χαμογελάς. Ναι, είμαι ακόμη η ίδια νεράιδα που αγάπησες κάποτε και με το καιρό λάτρεψες ακόμη περισσότερο. Μόνο που τώρα μεγάλωσα και τα μάτια μου λάμπουν από έρωτα και τα χείλη μου μπορούν να σου το ψιθυρίζουν συνέχεια και αυτό είναι καλύτερο για μένα...
Ξαφνικά, σκοτεινιάζεις και όσο σφαλίζουν τα μάτια μου χάνεσαι... Και ταξιδεύεις... Στην σκέψη μου, στα θέλω μου, στα όνειρα μου... Καληνύχτα, λοιπόν, ονειράκι μου... Να μ'αγαπάς.

Θα ξημερώσει....

Λίγες ώρες ακόμη για να ανοίξει ξανά η σχολή. Συνήθισα μια εβδομάδα στο σπίτι και πάνω από όλα μηδένισα τα έξοδα μου μιας και δεν ξοδεύω χρήματα ούτε για εισητήρια ούτε για κάρτα στο κινητό ούτε για φαγητά. Ένιωσα τόσο αλλιώς αυτές τις μέρες αν και όλη μέρα ήμουν μόνη μου σε αντίθεση με τις μέρες που είμαι στην σχολή και παρακαλάω για λίγη ησυχία να χαλαρώσει το κεφάλι μου από τα βουητά και πάνω από όλα, από τα σαχλώδη χαχανητά και σχόλια γύρω από τι έκανε ο καθένας.
Πρέπει να βρω δουλειά και μάλιστα σύντομα. Όσο ήμουν στον Κώστα ήταν καλά τα πράγματα. Έπαιρνα λίγα λεφτά, αλλά και η περιοχή που ήταν το μαγαζί, δεν είχε πολύ κόσμο. Υστερα ο Κώστας αποφάσισε να φύγει και να τινάξει όλα στον αέρα. Σταμάτησε να πληρώνει, λάθος σχέσεις, λάθος συνεργασίες και πίσω από την πλάτη μας άλλες τόσες συμφωνίες και κακό.
Βέβαια, έψαξα τον δρόμο στον οποίο δουλεύαμε. Υπάρχουν πολλοί καλοθελητές που όταν ανοίξουν το στόμα τους γίνονται η καλύτερη πηγή σου για να μάθεις όσα θέλεις να μάθεις.
Η σχολή μου είναι απλήρωτη. Και δεν είναι μόνο η σχολή. Είναι όλα. Το σύνολο. Και δεν είμαι μόνο εγώ έτσι. Υπάρχουν και χειρότερα. Κοπέλες στην σχολή μου το ρίξανε στην βίζιτα και στην γύρα για πέντε και για δέκα ευρώ. Καφενεδάκια παράμερα με σερβιτόρες που η φούστα φτάνει στον αφαλό το λιγότερο και το χαμόγελο μετά βίας σκάει για να πει το γνωστό ''γειά σας, τι θα παραγγείλετε σήμερα;'' Κι ύστερα τα τηλέφωνα, τα ραντεβού και οι παράνομες νύχτες που ξελασπώνουν τις νόμιμες ημέρες, τις εφορίες, τις τράπεζες, τις σχολές, τα φαγητά, τα νοίκια και ότι άλλο μπορεί να υπάρχει σε εκκρεμότητα. Και δεν είναι ευτυχισμένες. Ούτε εγώ θα ήμουν. Αλλά όταν σπουδάζεις κάτι και απλά το πτυχίο καταλήγει στον τοίχο λόγω ανεργίας, είναι και αυτό μια λύση...Πάνω στην απελπισία της στιγμής...

Tι απέγινε ο Γιάννης

Mετά τον θάνατο του Αποστόλη, πολλοί ήταν αυτοί που εσπεύσαν να βοηθήσουν τον Γιάννη. Βοήθησα και εγώ κάποιες φορές, αν και έμενα Θεσσαλονίκη, στέλντοντας κούριερ με κάποια βασικά αγαθά που θα μπορούσαν να τον χορτάσουν για λίγες μέρες. Ωστόσο, το κούριερ, ζητούσε εξτρά χρήματα για το βάρος και δεν μου ήταν πάντα το ίδιο εύκολο, όπως στις αρχές.
Ο Γιάννης είναι ένας άνθρωπος σαν όλους εμας που πριν φτάσει εκεί που έφτασε είχε δουλειά, είναι νεφροπαθής,έμενε σε άσυλο και οι συνθήκες ζωής του ήταν παραπάνω από τραγικές. Ελάχιστο φαγητό,χωρίς θέρμανση και πολλές φορές, χωρίς χαρτί υγείας και νερό για να πλυθούν. Αργότερα, έμαθα μέσω τουίττερ ότι αυτός ο άνθρωπος βρήκε ένα σπιτάκι με την βοήθεια κάποιων τουιττεράδων από Γερμανία. Όλοι έτρεξαν να πάνε εκεί να το κάνουν είδηση και ύστερα τον ξέχασαν χωρίς καν να πάρουν ένα τηλέφωνο να δουν τι κάνει και αν είναι καλά.
Προχθές με πήρε τηλέφωνο και μου έκανε τα παράπονα του. Είχα πει ότι θα τον βοηθήσω όσο μπορώ, γιατί και εγώ οικονομικά είμαι κάτι παραπάνω από χάλια. Υστερα θύμωσα για κάτι. Είχε λογαριασμό στο τουίττερ και νόμιζα ότι με μπλόκαρε, αν και τελικά ο άνθρωπος απλά το έσβησε γιατί ορισμένοι άνθρωποι κατά τα άλλα τον αποκαλούσαν σκυλί και άλλα τέτοια.
Προσπάθησα να βρω κάποιον άνθρωπο από Αθήνα να του πάει ένα πιάτο φαί στην Κυψέλη όπου και μένει τώρα. Όλοι σκεφτόντουσαν τα χιλιόμετρα και κανείς δεν πήγε. Θα του έστελνα εγώ δέμα την Τετάρτη, αλλά είχε να φάει όλη μέρα και ήθελα κάτι άμμεσο.
Τελικά, ξεκίνησαν κάποιοι φίλοι μου από Πάτρα να του πάνε μια πίτσα και λίγα μακαρόνια να έχει να φάει την εβδομάδα αυτή μαζί με μια εξάδα μπουκάλια νερού. Να είναι καλά τα παιδιά.
Εντάξει. Μου λείπουν αυτές οι απλές καθημερινές στιγμές. Που θα βγεις στο μπαλκόνι και θα χαρείς με τον ήλιο και την βροχή. Που θα περπατήσεις στους δρόμους και θα δεις τον κόσμο αγκαλιασμένο να περπατάει αργά και να χαμογελάει που είναι ακόμη ζωντανός. Χωρίς να τον απασχολεί τόσο έντονα το οικονομικό κομμάτι. Χωρίς να κλαίει τις νύχτες για αυτό.
Έτσι όπως έγινε ο κόσμος, κανένας δεν μιλάει σε κανέναν. Ούτε καν στον εαυτό του. Άδεια μπαλκόνια παντού. Παραμελημένα με ξεσκισμένες τέντες από τον αέρα και την αδιαφορία του ιδιοκτήτη. Εδώ που τα λέμε, μπορεί απλά να μην του έμειναν λεφτά στην άκρη για να την επισκευάσει.
Όλα γύρω μας έχουν ανεβασμένη την τιμή τους. Το νερό, τα τσιγάρα, τα φαγητά, ο καφές. Πενήντα ευρώ δεν φτάνουν για να γεμίσεις με τα βασικά αγαθά μια σακούλα του σούπερ μάρκετ. Ειδικά αν έχεις μικρό παιδί στο σπίτι. Που θέλει πάμπερς, γάλατα, εμβόλια και ζέστη στο σπίτι. Τα αυτοκίνητα είναι όλα στην άκρη και αυτά που ακόμη κινούνται στους δρόμους, κάνουν τον οδηγό ακόμη πιο μίζερο και θλιμένο. Υπολόγιζε ίσως σε μια δουλειά και ένα σταθερό εισόδημα που τελικά, δεν το πήρε. Απολύθηκε, γιατί η εταιρεία του δεν τα έβγαζε πέρα πια...
Και μετά, έρχονται οι άστεγοι που ζητούν βοήθεια και έλεος από σένα που είσαι κάπως καλύτερα και θέλεις να προσπαθήσεις και δεν τα καταφέρνεις πλήρως και απογοητεύονται και αυτοί και εσύ... Μακάρι να ήταν αλλιώς τα πράγματα....

Kαι μετά μου ρωτάνε τι τι κακό έχει το σπίτι μας



Tην ιστορία με τα τρία γουρουνάκια σίγουρα την ξέρουμε όλοι. Αυτό που δεν ξέραμε και μάθαμε, είναι ότι και το σπίτι μου είναι φτιαγμένο με τον ίδιο τρόπο. Αν λίγο φυσήξει, είναι όλα στον αέρα. Τουλάχιστον, δεν βαριέμαι ποτέ. Πάντα έχω για κάποιον μαλάκα εργολάβο να μιλήσω. Στα δικαστήρια.

Σάββατο 23 Φεβρουαρίου 2013

H Συνέχεια

Oι γονείς μου στην πραγματικότητα, μετά το γεγονός αυτό, απομακρύνθηκαν ο ένας από τον άλλον. Ο κόσμος τους έβλεπε μαζί, αλλά οι σπιτικοί ήξεραν την αλήθεια. Παιδικό δωμάτιο δεν απέκτησα ποτέ. Ποτέ όσο ζούσε η μαμά με τον μπαμπά. Συνήθως κοιμόμουν ανάμεσα τους, στο κρεβάτι τους. Έλεγαν πως δεν χωράω αλλού. Εγώ όμως ένιωθα πως όλο αυτό ήταν απλά δικαιολογία. Από τα παιδιά, εξάλλου δεν κρύφτηκε κανείς.
Τις περισσότερες φορές κούρνιαζα σε εμβρυϊκή στάση και δεν ακουμπούσα κανέναν από τους δύο. Ένιωθα την ανάσα τους να πάλεται πάνω στο στρώμα, αλλά μέχρι εκεί. Έκλεινα τα μάτια και έσφιγγα τις παλάμες μέχρι να με πάρει ο ύπνος.
Τον μπαμπά τον φοβόμουν και τον αγαπούσα ταυτόχρονα. Ήταν ένας απλησίαστος άνθρωπος που όμως μου άνηκε. ίσως να μην ήταν έτοιμος να γίνει πατέρας τότε. Δεν θυμάμαι να παίξαμε ποτέ, όπως κάναμε με την μαμά. Συνήθως, μαζεύονταν στο σπίτι μουσικοί και καθόταν μαζί τους για να παίξουν. Την ημέρα κοιμόταν και την νύχτα έλειπε. Όσοι τον ξέρουν λένε, ότι είναι ένα εργατικό παιδί με μεράκι και ταλέντο. Δεν αμφιβάλλω. Αλλά εγώ δεν ήμουν ούτε κλαρίνο ούτε αρμόνιο ούτε ντραμς. Θα μου άρεσε να ήμουν μόνο και μόνο για να έχω μια ευκαιρία να ασχοληθεί μαζί μου τότε που τον είχα πραγματικά ανάγκη και τον ζητούσα να είναι δίπλα μου να μου κρατά το χέρι και να μου χαίδευει τα μαλλιά. Χωρίς υποσχέσεις και λοιπές βαριές κουβέντες. Απλά να είναι εκεί.
Τύχαινε να μπαίνω μέσα στα νοσοκομεία για εγχειρήσεις και να με στηρίζουν μπαμπάδες από άλλα παιδάκια. Να μου κρατάνε το χέρι και να μου λένε πως ο μπαμπάς όπου να ' ναι θα ΄ρθει. Ήξερα ότι δεν θα έρθει και δάκρυζα. Αυτοί δεν τον γνώριζαν και το έπαιρναν απλά σαν... παιδική αδυναμία.
Αδύναμη δεν ήμουν ποτέ πραγματικά. Πάντα είχα το κουράγιο να τολμώ. Για να αποδεικνύω στους άλλους πως αφού τα κατάφερα εγώ, τότε μπορούσε άνετα να τα καταφέρει ο οποιοσδήποτε...

Τρίτη 19 Φεβρουαρίου 2013

Σύγχρονη Σταχτοπούτα

H μαμά μου ήταν ένα πλασματάκι που πέρασε τόσα πολλά. Οι γονείς της την άφησαν από έννια ημερών να μεγαλώσει με την γιαγιά και έφυγαν για την ξενιτιά μπας και βρουν δουλειά. Χρόνια δύσκολα τότε. Τα μόνα δώρα που έπαιρνε ήταν τα χριστούγεννα. Μερικές κούκλες πλαστικές που της έστελναν η γιαγιά και ο παππούς από το εξωτερικό.
Τους γονείς της τους είδε στα δώδεκα όπου και επέστρεψαν για λίγο στην Ελλάδα για να αφήσουν και τον θείο μου, ο οποίος ήταν ήδη δύο χρονών τότε. Ο παππούς με την γιαγιά έκαναν άλλο ένα κοριτσάκι, το οποίο το κράτησαν μαζί τους ώσπου πήγε η μαμά μου δώδεκα χρονών και τους πήραν μαζί τους στην Γερμανία.
Επειδή η γιαγιά μου και ο παππούς μου δούλευαν ως αργά το βράδυ, η μαμά έπρεπε από τα δώδεκα της να πηγαίνει στο σχολείο, να κάνει τα μαθήματα της, εξωσχολικές δραστηριότητες, να προσέχει τα αδέρφια της, να μαγειρεύει, να πλένει, να σιδερώνει και να κρατάει γενικώς το σπίτι πεντακάθαρο. Σύγχρονη Σταχτοπούτα.
Κάποτε θέλησε να ξεφύγει από όλο αυτό. Γνώρισε τον πατέρα μου. Μουσικός στο επάγγελμα και δέκα χρόνια μεγαλύτερος από αυτήν. Αυτήν δεκαέξι μόλις. Αρραβωνιάστηκαν και έμειναν στο σπίτι του. Στο ίδιο σπίτι, έμενε η μαμά του μπαμπά μου, ο μπαμπάς του η αδερφή του και η γιαγιά του όσο έζησε. Κι μπαμπάς του μπαμπά μου, μουσικός ακόμη. Το ταμείο το διαχειριζόταν πάντα η μαμά του μπαμπά μου και ακόμη και ένα χαρτομάντηλο να ήθελες να πάρεις, έπρεπε να έχεις την άδεια της. Το κακό στην υπόθεση ήταν ότι η γιαγιά μου δεν την ήθελε για νύφη της. Και αντί να γλιτώσει από την ζωή που είχε η μαμά μου, έπεσε μέσα σε ένα λάκο με φίδια που την έτρωγαν κάθε μέρα. Καθάριζε και εκεί το σπίτι και υπηρετούσε ξανά άτομα. Τόσο πολλή δυσκολία, που πριν από μένα είχε δύο αποβολές λόγω έλλειψη ξεκούρασης. Αργότερα, έμεινε έγκυος ο θεία μου και η μαμά μου, αν και έγκυος επίσης, είχε να προσέχει και τον ξάδερφο μου, επειδή η θεία μου έπρεπε να συνεχίσει τις σπουδές της και δεν γινόταν να παίρνει τον μπέμπη μαζί στην σχολή για να γράφει και να περνάει διαγωνίσματα.
Ύστερα από όλα αυτά τα βάσανα, έσπασαν τα νερά της στον πέμπτο μήνα. Νοσηλεύτηκε για ένα μήνα στο νοσοκομείο κάτω από ειδική αγωγή και τελικά μπήκε στο χειρουργείο ένα μήνα μετά για να με γεννήσει. Στην αρχή οι γιατροί έλεγαν να με βγάλουν με καισαρική, όμως η μαμά μου ήθελε να με γεννήσει φυσιολογικά, γιατί πίστευε πως δεν θα μπορέσω να ζήσω διαφορετικά, λόγω του ότι ήμουν πολύ μικρή.
Έκανα γύρω στις 38-48 ώρες να γεννηθώ. Εκείνη την μέρα θα μπορούσαν να δουν και η μαθητευόμενοι γιατροί πώς γίνεται μία φυσιολογική γέννα σε πραγματικές καταστάσεις. Ο γιατρός τους έβαλε να καθαρίζουν κουτάλες και αφού είδε ότι εγώ αργώ να γεννηθώ, αποφάσισε να πάει για έναν καφέ, γιατί υπολόγιζε ότι σαν πρώτη γέννα και μετά από τόση αργοπορεία, έχω μέλλον ακόμη.
Πέντε με δέκα λεπτά αφού έφυγε ο γιατρός, η μαμά μου ένιωσε ένα πολύ δυνατό πόνο και φώναξε πως γεννάει. Ένας μαθητευόμενος που ασχολούνταν ακόμη με τις κουτάλες που του είχε αναθέσει ο καθηγητής του, γύρισε ξαφνιασμένος και με χτύπησε με την κουτάλα στο κεφάλι κατά λάθος. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να μου δημιουργηθεί ένα αιμάτωμα.
Οι γιατροί είπαν στους γονείς μου ότι θα μείνω φυτό και τους πρότειναν να με αφήσουν σε κάποιο ίδρυμα. Όπως έλεγαν, δεν θα μπορούσα να σταθώ ποτέ στα πόδια μου, να μιλήσω και να δω. Ο πατέρας μου, πάντα ήθελε αγόρι και δεν ήμουν. Είχε πει πως είναι καλύτερα να με αφήσουν εκεί και να προσπαθούσαν να κάνουν άλλο παιδάκι κάποια στιγμή. Όμως, η μαμά μου ύστερα από δύο αποβολές και ένα τάμα που είχε κάνει, αποφάσισε να με κρατήσει και να τρέξει μόνη της στους γιατρούς μαζί μου αν χρειαστεί.
Κάπως έτσι, φύγαμε στο εξωτερικό για να αφαιρέσουμε το αιμάτωμα. Πάνω στην εγχείρηση σταμάτησε η καρδιά μου και οι γιατροί προσπάθησαν να με επαναφέρουν με χίλιους δύο τρόπους. Ύστερα από αρκετές μέρες, είπαν στην μαμά μου για το χαρτί θανάτου ή όπως αλλιώς λέγεται και της ζήτησαν να καλέσει τους συγγενείς σε περίπτωση που μέχρι την άλλη μέρα δεν συνελθώ για να γίνει η μεταφορά του σώματος και στο τέλος η κηδεία μου. Για καλή μου τύχη ή θαύμα, εκείνη την ημέρα η καρδιά μου άρχισε να λειτουργεί ξανά και να έχει κανονικό παλμό.
Όταν αποφασίσαμε να γυρίσουμε στην Ελλάδα, ήταν η περίοδος άνθισης της αεροπειρατείας. Κι επειδή πίστευαν ότι υπάρχει κρυμμένος εκρηκτικός μηχανισμός στο κεφάλι μου, μου έβγαλαν τις γάζες για να βεβαιωθούν ότι δεν υπάρχει τίποτα ύποπτο.
Έτσι έμεινα μέχρι τριών χρονών στην Γερμανία και όπως είπα και σε προηγούμενο ποστ, έκανα γενέθλια με τους γιατρούς μόλις έκλεισα τον πρώτο χρόνο ζωής μου. Για τους γιατρούς, ήμουν πάντα ένα αγγελούδι.
Συνεχίζεται...